Περί έθνους

Τάσος Αναστασιάδης

Αναδημοσίευση από το elaliberta.gr

1. Έθνος και λενινισμός

Σε αυτή την τελευταία δεκαετία του αιώνα φαίνεται ότι το «εθνικό ζήτημα» κάνει μια βίαια επανεμφάνιση στην πολιτική σκηνή. Δεν αρκεί να κλάψουμε ή να γελάσουμε, αλλά πρέπει και να καταλάβουμε, έστω και αν η κατανόηση δεν μπορεί παρά να εμπλακεί στη δράση. Ιδιαίτερα τη στιγμή που η «πολιτισμένη» εθνική βιαιότητα βυθίζει στη βαρβαρότητα των επεκτατικών σφαγών πληθυσμούς ολόκληρους, για να ολοκληρώσει την καπιταλιστική επικράτηση, και μάλιστα με ιδεολογική σημαία μια κατεξοχήν μεταφυσική μυθολογία, την «καταγωγή», πολιτισμένο σύγχρονο όπιο της καθόλου μυθολογικής εκδίωξης ή και εξόντωσης ανθρώπων από τους κάθε λογής Αρείους (βλ. κεφ. 2 «Ο εθνικός τοτεμισμός»).

Ασφαλώς, πρέπει να καταπολεμήσουμε την εθνικιστική ιδεολογία και σε ιδεολογικό επίπεδο (βλ. κεφ. 3 «Πόσο Έλληνες είναι οι Έλληνες;»), ιδιαίτερα όταν μεταφράζεται σε πράξη εξοντωτική και κατασταλτική απέναντι σε συγκεκριμένους πληθυσμούς (π.χ. Σλαβομακεδόνες, Τούρκοι, «Γύφτοι», κλπ.). Όμως το ζήτημα παραμένει ότι το «έθνος» δεν είναι απλώς ένα παραμύθι, στο μέτρο που, όπως όλες οι ιδέες, παίρνει ακριβώς σάρκα και οστά στην πράξη. Αν ο Μαρξ και οι μαρξιστές μοιάζουν να βιάστηκαν να διακηρύξουν τη διαρκή επανάσταση του προλεταριάτου στην κοσμοπολίτικη («διεθνιστική») συνέχεια της αστικής επανάστασης (βλ. κεφ. 4 «Πόσο ‘‘γαλλική’’ ήταν η γαλλική επανάσταση»), η καπιταλιστική επικράτηση φαίνεται πως όχι μόνο δημιούργησε, αλλά και διαρκώς αναδημιουργεί έθνη και εθνικά μίση, μέσα ακριβώς από την επικράτησή της.

Η μεγάλη προσφορά του Λένιν στην κατανόηση του «εθνικού ζητήματος» ήταν ακριβώς αυτή: Το έθνος δεν είναι απλώς πολιτιστική ή οικονομική κατηγορία, ούτε πηγάζει από μια πολιτιστική (απλώς) διάκριση (γλώσσα, σχολεία, κουλτούρα, κλπ.). Το πρόβλημα των εθνοτήτων ξεκινάει από μια κατεξοχήν πολιτική καταπίεση. Και σε αυτή τη διάσταση πρέπει να αντιμετωπιστεί. Αυτό που προσάπτει στη Ρόζα Λούξεμπουργκ είναι ότι περιορίζεται στις γενικές τάσεις της οικονομίας, παραβλέποντας την πολιτική στιγμή. Το γεγονός ότι καμία απελευθέρωση δεν μπορεί να γίνει χωρίς οι ίδιοι οι πληθυσμοί να την θέλουν. Και αυτό που προσάπτει στους αυστρομαρξιστές είναι ότι περιορίζονται στην πολιτιστική σφαίρα, χωρίς να βλέπουν την ειδικά πολιτική διάκριση και καταπίεση.

Το «δικαίωμα των εθνοτήτων στην αυτοδιάθεση» σημαίνει αυτό ακριβώς: Την αναγνώριση της αναγκαιότητας οι ίδιοι οι πληθυσμοί να αναλάβουν πολιτική δράση αυτοκαθορισμού, χωρίς προηγούμενους όρους και εκβιασμούς. Εξού και το δεύτερο ουσιαστικό στοιχείο της λενινιστικής θεωρίας: Ότι δεν υπάρχει ένας αλλά δύο εθνικισμοί: Υπάρχουν καταπιεστές και καταπιεζόμενοι. Ο εθνικισμός των καταπιεστών που γεννάει τα εθνικά μίση, ο εθνικισμός των καταπιεσμένων που, πέρα από τις ιδεολογικές του ενδυμασίες, αντιμάχεται την καταπίεση.

Ας μην αναφερθούμε στο γραφειοκρατικό εκφυλισμό της ΕΣΣΔ ή στην τελευταία μάχη του Λένιν (που ήταν ακριβώς το «εθνικό»). Αλλά πρέπει να επισημάνουμε τις επιπτώσεις στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα της σταλινομενσεβίκικης άποψης για το «εθνικό». Όχι μόνο η σοσιαλδημοκρατία, αλλά και ο σταλινισμός αντιτάχθηκε σημείο προς σημείο στη λενινιστική αντίληψη για το εθνικό, και μάλιστα η κληρονομιά τους κυριάρχησε στο επίσημο εργατικό κίνημα. Όχι μόνο στην πράξη αλλά και στη θεωρία.

 470 001

Αξίζει να γίνει μια αναφορά ειδικά στο Στάλιν -ο οποίος είχε χρηστεί «ειδικός» μετά τη μπροσουρίτσα του-, γιατί πολλοί ήταν αυτοί που περίπου ταύτισαν τα γραπτά του με του Λένιν1. Παρόλο που ο Στάλιν υιοθετεί τις άμεσες διεκδικήσεις των μπολσεβίκων, η συλλογιστική του είναι αρκετά διάφορη:

Το κύριο σημείο είναι ότι, αντίθετα από το Λένιν, ο Στάλιν επιχειρεί να δώσει έναν ορισμό του «έθνους». Το πρόβλημα δεν είναι ότι πρόκειται για έναν δογματικό ορισμό2. Το πρόβλημα είναι ότι, έτσι, ο σχολαστικισμός του Στάλιν συνεχίζει τη μεταφυσική3 παράδοση που βλέπει το έθνος σαν μια αυθύπαρκτη ουσία, όχι σαν μια αστική κατασκευή. Αυτό είναι που του επιτρέπει να ιδιοποιείται το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος αποτελεί και ποιος όχι «έθνος». Ενώ για το Λένιν δεν τίθεται θέμα αντικειμενικού ή στατικού ορισμού του «έθνους», αφού το έθνος είναι ένα δημιούργημα της αστικής κοινωνίας που κληροδοτείται κυρίως με τη μορφή της πολιτικής καταπίεσης, για το Στάλιν την εθνική ύπαρξη δεν την καθορίζουν οι ίδιοι οι άνθρωποι, αλλά ορισμένα «κριτήρια». Πρόκειται για πραγματικό «κρεβάτι του Προκρούστη», όπως επισημαίνει και ο Michael Lowy4, που μεταφράζεται άλλωστε άμεσα σε διαφοροποιήσεις με το Λένιν. Έτσι, ο Στάλιν θεωρεί αδιανόητο «να συσπειρωθούν μαζί σε ένα ενιαίο ‘‘έθνος’’ οι Γερμανοί της Βαλτικής και οι Γερμανοί της Υπερκαυκασίας», ενώ ο Λένιν υπερασπίζεται πλήρως «την ελευθερία κάθε σύνδεσης, μαζί και της συσπείρωσης οποιωνδήποτε κοινοτήτων οποιασδήποτε εθνότητας», δίνοντας για παράδειγμα ακριβώς τους Γερμανούς του Καυκάσου, της Βαλτικής και της Πετρούπολης… Έπειτα, κατά συνέπεια, η σταλινική αυτή υπεροψία απέναντι στην ικανότητα αυτοοργάνωσης των ίδιων των πληθυσμών κατευθύνεται και ενάντια στη δεύτερη πλευρά της λενινιστικής θεωρίας, τη διαφοροποίηση του καταπιεστή από τον καταπιεζόμενο. Ενώ για το Λένιν, π.χ., η κρατική απόσχιση μιας εθνότητας από τους καταπιεστές της πρέπει να στηριχτεί, έστω και αν αντιβαίνει μια σοσιαλιστική συγκεντροποίηση, ο Στάλιν υποτάσσει τα εθνικά κινήματα στα «συμφέροντα ανάπτυξης του προλεταριακού κινήματος», που βέβαια ο ίδιος μόνο μπορεί να τα κρίνει, και επιφυλλάσσει μια κριτική του εθνικισμού των καταπιεσμένων που δεν διαφέρει σε τίποτα από των καταπιεστών5.

Τα δύο αυτά στοιχεία, σε πιο έντονη ή σε πιο ήπια μορφή, τα ξαναβρίσκουμε και στις σύγχρονες αντιλήψεις περί έθνους και εθνικισμών: Είτε με τη μορφή ενός αφηρημένου διεθνισμού, που αρνιέται να κατανοήσει την ιδιαιτερότητα της εθνικής καταπίεσης και την απορρέουσα βασική διάκριση ανάμεσα σε εθνικισμούς, καταπιεστικούς και καταπιεζόμενους, είτε ακόμα με τη μορφή μιας αυταρχικής γραφειοκρατικής προσέγγισης που θέλει να καθορίσει (επιβάλει) τα έθνη σε βάρος των ίδιων των πληθυσμών και της πολιτικής τους αυτοοργάνωσης.

 Entree des Allies a Salonique


2. Ο εθνικός τοτεμισμός

Το «εθνικό» μοιάζει σαν το κατεξοχήν μη επιστημονικό πρόβλημα, σαν κάτι που δεν μπορεί καν να τεθεί σε ορθολογικούς όρους: Αρκεί να δει κανείς ότι, αν η ανοχή της σημερινής κοινωνίας θέλει να παρουσιάζεται ανοιχτή σε συζητήσεις για τα κοινωνικά συστήματα, για την καταπίεση των γυναικών ή ακόμα και των ομοφυλόφιλων, στενεύει επικίνδυνα μόλις κάποιος θελήσει να διαφοροποιηθεί από την «εθνική» ομοφωνία6.

Είναι αλήθεια βέβαια ότι η ελληνική εθνική ιδεολογία θέλει να παρουσιάζει την Ελλάδα σαν απειλούμενη, «μικρή και πτωχά αλλά έντιμος Ελλάς», γεμάτη εχθρούς που την επιβουλεύονται, κλπ. Όμως, το ίδιο ακριβώς αυτό χαρακτηριστικό δεν είναι που το ξαναβρίσκουμε και σε κάθε εθνικό επεκτατισμό; Το ίδιο αυτό παραμύθι της απειλής δεν είναι που βρίσκεται στη βάση του σιωνιστικού κράτους, το ίδιο παραμύθι δεν λέει και η σέρβικη στρατιωτική μηχανή, κλπ.; Και αν πάντα, σε αυτή την εθνικιστική νύχτα όπου όλες οι αγελάδες είναι μαύρες, μπορεί κανείς να παρουσιάζει την πραγματικότητα όπως του κατεβαίνει, τότε μπορεί πάντα να βρίσκει -για παράδειγμα- «εχθρικούς» χάρτες που της επιβουλεύονται το έδαφος (Μακεδονία), ακόμα περισσότερο όταν έχει ο ίδιος πείρα σε τέτοιες κατασκευές και σε αντίστοιχους χάρτες (Βόρεια Ήπειρος) και ακόμα περισσότερο που τα γειτονικά του κράτη συχνά στην ίδια εθνικιστική δουλειά μπορεί να είναι εξίσου τεχνήτες ή και μεταξύ τους συνεταίροι στην αλληλεξόντωση των ανεπιθυμήτων, όπως π.χ. έκαναν Έλληνες και Τούρκοι με τις βάρβαρες αμοιβαίες «ανταλλαγές πληθυσμών» τους (λες και πρόκειται για σακιά).

Οι «εχθροί» όμως εν προκειμένω είναι ουσιαστικό τμήμα της εθνικιστικής ιδεολογίας. Έθνος χωρίς άλλα έθνη και μειονότητες να καταπιέζει και να επιβουλεύεται δεν φαίνεται να μπορεί να υπάρξει. Και αν δεν υπάρχουν θα πρέπει να εφευρεθούν. Ήδη η αστική κοινωνία οικοδομήθηκε πάνω σε αυτή την καταδίωξη του άλλου, του διαφορετικού, είτε αυτό είναι λεπροί, είτε ομοφυλόφιλοι, γυναίκες, παιδιά, Εβραίοι, αντίθρησκοι ή αιρετικοί, προφήτες, επαναστάτες, αντάρτες, φτωχοί, τρελοί και γενικώς απόκληροι7. Φαίνεται όμως πως την καλύτερη υπηρεσία στην αστική κοινωνία, στην εθνική οντότητα, στην ομοψυχία και στη συναίνεση πρόσφεραν οι «εθνικοί εχθροί», τα άλλα έθνη, που με την ίδια ενιαία κίνηση κατασκευάστηκαν αλληλοαποκλειόμενα, αλληλοσυγκρουόμενα, αλληλοσφαζόμενα και άρα αλληλοβοηθούμενα. Όπου άλλωστε αυτοί δεν υπήρχαν ή ήταν λίγοι, κατασκευάστηκαν με την επιλογή μειονοτήτων και πληθυσμών προς καταπίεση, εθνικού τύπου.

Η εθνικιστική ιδεολογία, βέβαια, παρουσιάζει το πράγμα σα συνέχεια μιας γενικότερης τάσης των ανθρώπινων κοινωνιών, ιδιαίτερα των παλαιότερων, να οικοδομούν ένα «εμείς» σε αντιπαράθεση των «άλλων». Ωστόσο, τίποτα δεν αποδεικνύει -ίσα-ίσα- μια καθολική εθνικότητα του «εμείς»:

Πρώτον, όχι μόνο γιατί σε πολλές από τις κοινωνίες αυτές το εμείς αναφέρεται πολύ περισσότερο σε ταξικές ή κοινωνικές πραγματικότητες: Π.χ. στη φεουδαρχική Ευρώπη ή και στη Βυζαντινή και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δύσκολα μπορεί να βρει κανείς άλλου είδους «εμείς» από θρησκευτικό, ταξικό, τοπικό ή φεουδαλικό και αυτοκρατορικό. Η μεσαιωνική κοινότητα δεν ήταν ποτέ κάθετη διαταξική κοινότητα εθνικού τύπου. Τόσο από άποψη συνείδησης («εμείς» και «αυτοί») όσο και από άποψη εξωτερικών στοιχείων (π.χ. γλώσσα), ο κόσμος χωριζόταν σε φεουδάρχες ή άρχοντες και σε δούλους, δουλοπάροικους, κλπ. Βυζαντινοί, Φράγκοι ή Οθωμανοί από τη μια -με τις μεταξύ τους σχέσεις, συμμαχίες, πολέμους-, οι διάφοροι πληθυσμοί από την άλλη.

Αλλά, δεύτερον, και γιατί, όπου -όπως στην αρχαία Ελλάδα- ορίζεται μια βαρβαρότητα («πας μη Έλλην βάρβαρος»), δεν φαίνεται να προχωρούσε πέρα από έναν ορισμό της περίπου απόλυτης απόστασης, ακατανοησίας, έλλειψης σχέσεων, μαγικού υπερπέραν: «Στις Μεγάλες Αντίλες, λίγα χρόνια μετά την ανακάλυψη της Αμερικής, όταν οι Ισπανοί έστελναν επιτροπές έρευνας για να εξετάσουν αν οι ιθαγενείς είχαν ή όχι ψυχή, αυτοί οι τελευταίοι βύθιζαν τους λευκούς αιχμαλώτους για να διαπιστώσουν με επισταμένη παρατήρηση εάν το πτώμα τους υπόκειται ή όχι σε αποσύνθεση»8. Οι βάρβαροι των αρχαίων Ελλήνων ήταν ακριβώς αυτοί για τους οποίους κανείς δεν ήξερε τίποτα, όπως ακριβώς και οι βάρβαροι των Ρωμαίων ήταν οι Γραικοί (από το ελληνικό «αγροικιστές» -δηλαδή ακαταλαβίστικοι), πράγμα που όμως προϋποθέτει την έλλειψη ακριβώς οποιασδήποτε επικοινωνίας. Μόλις τέτοια επικοινωνία υπάρξει, τίποτα δεν υποχρεώνει a priori τους μεν να αντιπαρατάσσονται στους δε: Όταν ο Ξέρξης πήγε στην Ελλάδα, δεν είχε να αντιμετωπίσει τους «Έλληνες», αλλά μόνο ορισμένους (π.χ. Αθηναίους) σε συμμαχία με άλλους (π.χ. Βοιωτούς, Θήβα)9.

Η εθνική ύπαρξη σημαίνει, αντίστροφα, τον ορισμό μιας κοινότητας πληθυσμού σε συνολική αντιπαράθεση, αλλά και συσχετισμό με τις άλλες, που επομένως δεν μπορεί να είναι απλώς «βάρβαροι», εξωτικοί, μυθικοί, μαγευτικοί πληθυσμοί, όπως αλληλοαντιμετωπίστηκαν ιθαγενείς της Αμερικής και Ισπανοί κονκισταδόρες στην ομολογουμένως αμοιβαία βάρβαρη ιστορία που παραθέτει ο Λεβι-Στρός. Όμως και αυτό δεν είναι αρκετό, στο μέτρο που πολλές μη εθνικές κοινωνίες γνωρίσαμε που βρέθηκαν οργανικά διασπασμένες σε γενιές, σόγια ή κλάν, των οποίων όμως οι διαφοροποιήσεις, οι σχέσεις και πολλές φορές και οι αντιπαραθέσεις δεν σήμαιναν εθνικές συνειδήσεις ούτε αναγκαστικά -και πάντως όχι «εθνικό»- μίσος, αφού συχνά ήταν ο τρόπος της ρύθμισης ακριβώς της κοινωνικότητάς τους, είτε σαν καταμερισμός εργασίας, είτε σαν ροή ανθρώπων για κοινωνικές συμμαχίες και συμπεθεριές, είτε και για την επίλυση των εσωτερικών διενέξεων10. Ωστόσο, η εξέταση τέτοιων αποκαλούμενων «πρωτόγονων» κοινωνιών ίσως από μια άποψη δώσει το κλειδί για την κατανόηση ορισμένων θεμελιακών πλευρών της εθνικότητας.

 451cn049

Ο λόγος ασφαλώς είναι για τις πίστεις, τις δοξασίες των ανθρώπων σε «πρωτόγονες» κοινωνίες, που φάνταζαν περίεργες, εξωφρενικές ή παράλογες στους «προοδευμένους» «ορθολογιστές» της αποικιοκρατικής Δύσης. Πώς να εξηγήσουν τη θρησκεία, τη μαγεία, τον τοτεμισμό, τις πιο περίεργες μεταφυσικές και αναπόδεικτες πίστεις, αν οι «άγριοι» είναι επίσης άνθρωποι όπως «εμείς»; Δεν είναι ο χώρος εδώ να μπούμε σε αυτή την πλούσια και διδακτική συζήτηση -οι ειδικοί την έχουν αρκετά προχωρήσει. Το ενδιαφέρον όμως εδώ είναι πως στην πορεία της συζήτησης αποδείχτηκε πως οι «πολιτισμένοι» δεν είναι λιγότερο «άγριοι», τουλάχιστον από την άποψη της θεμελίωσης των δοξασιών τους, και ότι αυτές καθορίζονται ώς ένα μεγάλο σημείο εξίσου από τις κοινωνικές τους κατασκευές. Ασφαλώς, έτσι, η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, αλλά όμως παραμένει το πρόβλημα γιατί οι άνθρωποι να αποδέχονται ιδέες που πολλές φορές φαίνονται όχι μόνο αθεμελίωτες αλλά και παράλογες; Και ασφαλώς, ακόμα, η πλύση εγκεφάλου (επιστημονιστί «κοινωνικοποίηση») είναι μια προφανής διαδικασία, το βάρος της οποίας όμως δεν μπορεί να είναι αποφασιστικό, αν η δομή της σκέψης έχει στοιχεία καθολικότητας (που προσπαθεί να εντοπίσει π.χ. η λογική ή η φιλοσοφία). Πράγμα που σημαίνει με τη σειρά του πως η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης είναι η ιδεολογία των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων, ότι δηλαδή αν οι άνθρωποι πιστεύουν έως και παράλογα πράγματα αυτό οφείλεται στο ότι η ίδια η κοινωνική τους πραγματικότητα είναι παράλογη:

Έτσι, η πίστη ενός «άγριου» στο τοτέμ του δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά μόνο στο πλαίσιο κοινωνικών διαφοροποιήσεων που θεμελιώνουν την ανάγκη τοτεμιστικής διαφοροποίησης. Από αυτή τη σκοπιά, δεν έχει καμία σημασία, για παράδειγμα, αν εγώ πράγματι κατάγομαι από το λεοντάρι, τη γάτα, την ελιά, τη μπουκαμβίλια ή τον Υμηττό. Το σημαντικό είναι ότι η πίστη μου αυτή αποτελεί τον οδηγό της δράσης μου, ιδιαίτερα σε σχέση με τους απογόνους του σκύλου, του φιδιού, του γερακιού ή του μπαρμπουνιού. Με τη μόνη προϋπόθεση να πιστεύουμε όλοι σε αυτήν την ιστορικο-γενεαλογική πραγματικότητα, πράγμα που επιτρέπει σε αλλήλους να λύσουμε τα σύνθετα προβλήματα της απαγόρευσης της αιμομιξίας, του καταμερισμού εξουσίας, των ανταλλαγών, κλπ. Αν όμως εντυπωσίασε η πίστη στον τοτεμισμό τους ξένους και μάλιστα η ειλικρινής πειστικότητά του, αυτό φαίνεται ότι έγινε γιατί ίσως αυτοί πίστευαν εξίσου ειλικρινά και βαθιά στα δικά τους τοτέμ, τόσο βαθιά που δεν μπόρεσαν να δουν τον τοτεμικό τους ακριβώς χαρακτήρα: Το ότι αποτελούν μια ιδεολογία, που σαν τέτοια είναι κατεξοχήν ανορθολογική, μαγική, μεταφυσική, αλλά που έχει ένα τόσο ουσιαστικό κοινωνικό αντίκρισμα που παίρνεται από τους ανθρώπους σαν «προφανής»: Όπως ακριβώς ο «άγριος» πιστεύει βαθιά ότι είναι απόγονος του φιδιού, όπως ακριβώς ο πιστός πιστεύει βαθιά ότι η τάδε εικόνα έβαλε πόδι σε κάποιον κουτσό, έτσι ακριβώς και ο σύγχρονος ‘Ελληνας πιστεύει ότι είναι απόγονος του αρχαίου Έλληνα, ο σύγχρονος Γάλλος ότι είναι απόγονος του Γαλάτη ή του Φράγκου, κλπ. Αυτή η πίστη άλλωστε είναι και το αποφασιστικό σημείο της εθνικής ιδεολογίας. Το πόσο κρίσιμη είναι φαίνεται για παράδειγμα από τη βία των αντιπαραθέσεων που ξεσήκωσαν τον περασμένο αιώνα οι θεωρίες του Φαλμεράγιερ, ή από το πείσμα των αντιπαραθέσεων για την κληρονομιά του… Μεγαλέξανδρου ή της αρχαίας Ιωνίας.

Η πίστη αυτή για τους… προγόνους είναι ιδιαίτερα ανορθολογική, με την έννοια ότι είναι άπιαστη, δεν μπορεί να τεθεί σε ορθολογικούς όρους, ούτε άλλωστε επιχειρείται κάτι τέτοιο. Τί σημαίνει «είμαι απόγονος του Ντουσάν, του Σκεντέρμπεϋ ή του Μεγαλέξανδρου»; Η βιολογικο-φυλετική απάντηση -χιτλερικής ωμότητας-, όντας ιδιαίτερα χοντροκομμένη, έχει σταματήσει να προβάλλεται (αν και συνεχίζει να πλανάται) προς όφελος μιας πιο φλου «πολιτιστικής» οπτικής που οικοδομεί μια φανταστική συνέχεια «ανά τους αιώνες» αλλά πάνω στην ίδια την πίστη αυτής της συνέχειας. Οι μάγοι που καθαγιάζουν την πίστη αυτή, που την επικυρώνουν και την υλοποιούν, δεν ονομάζονται πια μάγοι, αλλά αυτοαποκαλούνται «επιστήμονες», και, αντίθετα από τις «πρωτόγονες» τελετουργίες, δεν αντέχουν τον ανταγωνισμό των άλλων μάγων, αλλά αλληλοεκτοξεύουν βρισιές για «παραποιήσεις της ιστορίας», για «ανιστόρητες» απόψεις, όταν δεν διακηρύσσουν απλά ότι «όταν εμείς μεγαλουργούσαμε εσείς τρώγατε βελανίδια». Από την άποψη αυτή δηλαδή δεν διαφέρουν από τους ιεροεξεταστές του Γαλιλαίου: Η ίδια η πίστη σε κάτι θεμελιώνει ταυτόχρονα και το λόγο που τη δικαιολογεί. Ακόμα περισσότερο δεν διαφέρουν από τους ιεροεξεταστές στο μέτρο που, όπως και εκείνοι, διαθέτουν την εξουσία να επιβάλουν την εφαρμογή της.

Αντίθετα όμως από τους μάγους και αντίθετα από την ιερά εξέταση, η δύναμή τους είναι πρόσφατη, όσο πρόσφατη είναι και η ύπαρξη των εθνών και των κρατών που τα έχουν κατασκευάσει. Αν εξαιρέσουμε τα πρώτα ουσιαστικά έθνη, το ολλανδικό, το αγγλικό και το γαλλικό, που φιάχτηκαν από τις πρώτες αστικές επαναστάσεις, όλα τα υπόλοιπα, μεγάλα και μικρά, είναι κατασκευάσματα που δεν έχουν πολύ πάνω από έναν αιώνα ιστορία, αν θέλει κανείς να ξεφύγει από τις εθνικιστικές παρωπίδες. Ασφαλώς όχι με την έννοια ότι φιάχτηκαν εκ του μηδενός, αλλά με την έννοια ότι η οριοθέτηση της εθνικής κοινότητας, η συγκρότησή της σαν οργανικό σώμα σε αντιπαράθεση με τα άλλα, η θεμελιακή της μυθολογία και η κρατική της υπόσταση (πραγματική ή οραματική) είναι ζητήματα που λύθηκαν ή επιβλήθηκαν με τη σύγχρονη συγκρότηση των εθνικών κρατών (19ο και 20ο αιώνα), χωρίς πάντα άλλωστε να πετύχουν τη σχεδιασμένη τους ολότητα ούτε και να εξασφαλίσουν για πάντα το θέμα.

 944 001

3. Πόσο «Έλληνες» είναι οι Έλληνες;

Η καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία αποτελεί μια μικρογραφία, από «εθνική» άποψη, της φεουδαλικής Ευρώπης. Ποια έθνη την αποτελούσαν και πώς και γιατί φιάχτηκαν αυτά και δεν φιάχτηκαν άλλα; Εκ των υστέρων, κάτω από την εθνικιστική παραμόρφωση μπορεί πάντα κανείς να ξαναβλέπει την ιστορία όπως τον βολεύει, αλλά αυτό δεν παύει να την παραποιεί.

Η κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν μια κοινωνική διαδικασία, εσωτερική και εισαγόμενη, αλλά πάντως μη εθνική, από την άποψη της μη a priori ύπαρξης έτοιμων εθνών που αγωνίζονται να αποτινάξουν τον «εθνικό ζυγό» τους. Ακόμα και η ίδια η εικόνα μιας υποτιθέμενης «τουρκοκρατίας», τουλάχιστον σαν επικράτηση ενός έθνους («τούρκικου») και καταπίεση άλλων είναι μια εικόνα που φιάχτηκε εκ των υστέρων (19ος αιώνας) κάτω από το πρίσμα της εθνικής ιδεολογίας. Τούρκικο έθνος αφενός δεν υπάρχει πριν από τον 20ο αιώνα και κατά δεύτερον η οθωμανική κυριαρχία κάθε άλλο παρά εθνική ήταν. Πρώτα-πρώτα το ίδιο το πλέγμα του οθωμανικού κράτους κάθε άλλο παρά εθνικό ήταν. Όχι μονάχα συμβολικά από την κορυφή του11, αλλά και πολιτικά στο μέτρο που η οθωμανική εξουσία ήταν ένα πολυεθνικό πλέγμα. Όπως μη εθνική ήταν και η Βυζαντινή αυτοκρατορία της οποίας αποτέλεσε συνέχεια. Αξίζει παρενθετικά να σημειώσουμε ότι οι Έλληνες εθνικιστές δεν διστάζουν να ψευδολογούν κολλώντας την ετικέτα «ελληνικό» στο Βυζάντιο. Αλλά η ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία και οι κάτοικοί της οι Ρωμιοί, από «ελληνικό» δεν είχαν ούτε καν το όνομα και για αιώνες δεν είχαν ούτε και τη γλώσσα12. Χαρακτηριστικά μάλιστα, το 10ο αιώνα, ο αυτοκράτορας «ο Νικηφόρος Φωκάς πειράχτηκε που ο πάπας τον ονόμασε ‘βασιλέα των Ελλήνων’ και όχι ‘Ρωμαίων’».13

Ρωτείστε τους Ρουμάνους για την εθνική φύση της οθωμανικής τους εξουσίας: Έναν αιώνα φαναριώτες, ελληνόφωνοι δραγουμάνοι ήταν αυτοί που υλοποιούσαν την οθωμανική αυτοκρατορία στη Βλαχία και τη Μολδαβία. Και αν μπορούσαμε να ρωτήσουμε τους Έλληνες επαναστάτες, δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να υποθέσουμε τη γνώμη τους για όλους αυτούς τους «Έλληνες»(;) Πατριάρχες και Φαναριώτες που αφορίσαν, καταδικάσαν και καταπολεμήσαν όλες τις επαναστατικές κινήσεις ενάντια στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Και αν το πλέγμα της οθωμανικής εξουσίας ήταν θρησκευτικά χωρισμένο σε μιλλέτια, εκ των οποίων το Πατριαρχείο αποτελούσε την κορυφή των ορθοδόξων, αυτό ακριβώς δείχνει τη μη εθνικότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ακόμα και γλωσσικά, οι Τούρκοι αναγνωρίζονται σαν εθνική οντότητα μόνο πρόσφατα, και σε πολλά γλωσσικά ιδιώματα (π.χ. στα ελληνικά) ακόμα συγχέονται πολλές φορές με το θρησκευτικό τους χαρακτήρα. Ως το 19ο αιώνα πάντως «Τούρκος» συνήθως σήμαινε μουσουλμάνος (π.χ. οι Σλάβοι της Βοσνίας) και ο συμμέτοχος ή εκπρόσωπος της οθωμανικής εξουσίας (άσχετα π.χ. γλώσσας ή προέλευσης). Σίγουρα, η συγκρότηση του τουρκικού έθνους, που είναι από τις πιο καθυστερημένες στην οθωμανική αυτοκρατορία (Νεότουρκοι-Κεμάλ) εξαιτίας κυρίως των ιδεολογικών επιπτώσεων στους Τούρκους του μουσουλμανο-τουρκικού χαρακτήρα της κορυφής της οθωμανικής αυτοκρατορίας, είναι μια εξέγερση ενάντια στην ίδια την οθωμανική αυτοκρατορία που όμως πήρε τη μορφή της αντίστασης ενάντια στους επεκτατισμούς των γειτονικών αστικών τάξεων (κυρίως στην Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων) και των μεγάλων δυνάμεων (Ρωσία, Αγγλία), τις οποίες ακριβώς και μιμήθηκε στην αμοιβαία τους προσπάθεια να εξοντώσουν οποιαδήποτε εθνική απόκλιση στο εσωτερικό τους (επιχειρήσεις εξελληνισμού στην Ελλάδα, σφαγή Αρμενίων στην Τουρκία, «ανταλλαγές» πληθυσμών Ελλάδας-Τουρκίας -και όχι μόνο).

 albanians 2

Ακόμα πιο ενδιαφέρον θα είχε να δει κανείς τις οπτικές γωνίες, τις ιδεολογίες και τα πολιτικο-επαναστατικά σχέδια που κατάκλυσαν την οθωμανική αυτοκρατορία ήδη από τον 18ο αιώνα, κατά πολύ σε συνέχεια της γαλλικής επανάστασης. Όπως και σε αυτήν την τελευταία, το οικοδομούμενο έθνος ήταν ένα ζητούμενο.

Όταν ο Ρήγας Φεραίος για παράδειγμα καλεί προς εξέγερση, ποιούς καλεί άραγε:

«...να τρέξωμεν μαζί.

Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,

αράπηδες και άσπροι,…

Σουλιώτες και Μανιάτες,…

Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραετοί,

κι Αγράφων τα ξεφτέρια,…

Ανδρείοι Μακεδόνες,…

Του Σάβα και Δουνάβου αδέλφια χριστιανοί,…

Λεβέντες αντρειωμένοι Μαυροθαλασσινοί,…

ανίκητοι Λαζοί,…

Της Κρήτης και της Νύδρας…

Μ’ εμάς κ’ εσείς, Μαλτέζοι…

Του Μισιριού14ασλάνια…

από τη Μπόσνα

ώς την Αραπιά…».

Σε αυτούς όλους πρέπει να προστεθούν και οι Τούρκοι, αφού:

«κι αμέτρητ’ άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί

ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμιά ‘φορμή».

Και όλοι αυτοί μαζί

«Να σφάξωμεν τους λύκους, που τον ζυγόν βαστούν

και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν».

Ενάντια στον Τύραννο, που ασφαλώς είναι ο Σουλτάνος ή ο πασάς, αλλά και:

«Βεζύρης, Δραγουμάνος, Αφέντης…»,

δηλαδή ενδεχομένως «Τούρκος» αλλά και «Έλληνας»-φαναριώτης (δραγουμάνος) και κοτζαμπάσης (αφέντης). Ακόμα σαφέστερα, στην «Προκήρυξή» του, δεν είναι μόνο «ο Τύραννος, ο ονομαζόμενος Σουλτάνος», αλλά και η «σκληροτάτη απανθρωπότητα» και «φονοκτονία» «των αγρίων τοποτηρητών και αναξίων μεγιστάνων του Τυράννου, ή, τέλος (όπερ συνεχέστερον συμβαίνει), των κακοτρόπων θηριωδεστάτων μιμητών του». Είναι ολόκληρο το πλέγμα της οθωμανικής εξουσίας, το οποίο πρέπει να εξαφανιστεί για να αναγεννηθεί το «έθνος».

Είναι ένα πρόγραμμα σαφώς κοινωνικό, κοινωνικής απελευθέρωσης, που βέβαια παίρνει μια μορφή «εθνική» και «πατριωτική», αλλά όπως και στο γαλλικό πρότυπο, με τις πρόσθετες δυσκολίες του οθωμανικού μωσαϊκού, το έθνος (η Πατρίδα) που προγραμματικά προβλέπεται να φιαχτεί είναι μια νέα κρατική συγκρότηση όλων των πληθυσμών της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτά που εκ των υστέρων έγιναν «έθνη», το σέρβικο, το ελληνικό, το τούρκικο, το βουλγάρικο, κλπ., δεν θεωρούνται παρά σαν αποχρώσεις του ίδιου αυτού λαού, σαν απλά «γένη» ή «γενεές», σαν τοπικές κοινότητες, σαν διάλεκτοι ή σαν θρησκείες.

Έτσι, «ο αυτοκράτωρ λαός είναι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου τούτου, χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου, Έλληνες, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένηδες, Τούρκοι και κάθε άλλο είδος γενεάς» (Το Σύνταγμα του Ρήγα, άρθρο 7). Ο λαός αυτός «τουτέστιν ο εις τούτο το βασίλειον κατοικών χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και γλώσσης» (άρθρο 2) συγκροτεί μια «Δημοκρατία» «όπου συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπον της διάφορα γένη και θρησκείας» (άρθρο 1). Δεν πρόκειται για διάφορες «εθνικές μειονότητες» πρόκειται για ουσιαστικά στοιχεία του έθνους που πρόκειται να οικοδομηθεί.

Και μάλιστα ο Ρήγας προχωράει και στο ουσιαστικό στοιχείο της συγκρότησης ενός έθνους, που είναι η μυθολογία μιας ενιαίας καταγωγής: Ο λαός «όπου κατοικεί την Ρούμελην, την Μικράν Ασίαν, τας Μεσογείους νήσους, την Βλαχομπογδανίαν, και όλοι όσοι στενάζουν υπό την δυσφορωτάτην τυραννίαν του Οθωμανικού βδελυρωτάτου δεσποτισμού, ή εβιάσθησαν να φύγουν εις τα ξένα βασίλεια δια να γλυτώσουν από τον δυσβάστακτον και βαρύν αυτού ζυγόν, όλοι, λέγω, Χριστιανοί και Τούρκοι, χωρίς κανένα ξεχωρισμόν θρησκείας», όλοι αυτοί (σημερινοί Τούρκοι, Έλληνες, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Μακεδόνες, Αλβανοί, …) είναι ένας ενιαίος λαός «απόγονος των Ελλήνων» (σημειώνουμε προς βοήθεια των αναγνωστών πως «Έλληνας» σημαίνει πάντα «αρχαίος Έλληνας»). Ας σημειώσουμε ακόμα πως μπορεί οι σύγχρονοι Έλληνες εθνικιστές να φριάζουν που οι Τούρκοι διεκδικούν την κληρονομιά των αρχαίων Ελλήνων της Ιωνίας, ή που οι Σλαβομακεδόνες διεκδικούν την κληρονομιά του Μεγαλέξανδρου15, αλλά αυτό για το Ρήγα ήταν προφανές. Οι πληθυσμοί όλοι της περιοχής είναι εξίσου «απόγονοι» των αρχαίων Ελλήνων, και άρα οι σύγχρονοι Έλληνες (σαν ξεχωριστοί από τους υπόλοιπους, Τούρκους, Βουλγάρους, κλπ.) δεν έχουν καμία προνομιακή σχέση μαζί τους!

Η έλλειψη εθνικότητας των πληθυσμών της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι ακόμα πιο σαφής στην περίπτωση των μετέπειτα Ελλήνων στο μέτρο που το ελληνορθόδοξο χαρακτηριστικό (σαν γλώσσα, σαν πολιτιστικά στοιχεία) ήταν το χαρακτηριστικό μιας ιδιαίτερης δομής (κυρίως θρησκευτικής) της οθωμανικής εξουσίας. Όπως ακριβώς Τούρκος σήμαινε πολύ περισσότερο μουσουλμάνος, έτσι και Έλληνας σήμαινε πολύ περισσότερο αυτόν που ανήκει στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου παρά εθνικό προσδιορισμό. Είναι εξάλλου σαφές ότι τέτοιον εθνικό προσδιορισμό, όχι μονάχα δεν τον είχαν έτοιμο οι ίδιοι οι πληθυσμοί, αλλά και ότι η ίδια η λέξη Έλληνας παρέπεμπε σε μια μυθολογία και όχι σε σύγχρονη πραγματικότητα16. Σε μια μυθολογία εξάλλου όχι αναγκαστικά θετική, αφού «ως τον 18ο ακόμα αιώνα το χριστιανικό κήρυγμα αμφισβητεί την ελληνικότητα από το εκκλησίασμά του»,17 όπως, για παράδειγμα, το λέει ο Κοσμάς ο Αιτωλός σε κήρυγμά του: «Αδελφοί μου,» (…) «δεν είσθε Έλληνες, δεν είσθε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είσθε ορθόδοξοι χριστιανοί».18 Και δεν είναι μόνο η εκκλησία που από την αρχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (4ος αιώνας) έχει συνηθίσει να εκφωνεί λόγους «Κατά Ελλήνων», όπως λέει και ο Άγιος Αθανάσιος, σε σύμπλευση με τις καταγγελίες των Βυζαντινών κατά «των ανοσίων και μυσαρών Ελλήνων».19 Η ίδια η λαϊκή παράδοση έως πρόσφατα (19ο αιώνα!) χαρακτηρίζει τους Έλληνες (και εννοείται πάντα αρχαίοι Έλληνες, αφού νέοι Έλληνες δεν υπάρχουν) σαν «κακούς», «μισανθρώπους», «ακοινώνητους», «αλαζόνες» και κυρίως σαν ένα λαό που κάποτε -πολύ παλιά- ζούσε εδώ αλλά έχουν οριστικά εξαφανιστεί. Χαρακτηριστικά: «Στα χρόνια τα παλιά ζούσαν στα μέρη αυτά άλλης λογής άνθρωποι, οι Έλληνες. (…) Αυτοί οι άνθρωποι πέθαναν σιγά σιγά και χάθηκαν» (από τη Θεσπρωτία, 20ος αιώνας), γιατί «ήταν ψηλοί σαν τις ψηλότερες λεύκες και όταν έπεφταν χάμω, πέθαιναν, γιατί δεν μπορούσαν να σηκωθούν» (Θεσσαλία, 19ος αιώνας), ή ακόμη οι «Έλληνες ήσανε κακοί». «Ο Θεός γι’ αυτό τσί γκρέμισε και τσί ’καμε διαόλους» (από την Κρήτη και Ήπειρο).20

 faA

Όμως η δημιουργία ενός έθνους είναι το όραμα της ανερχόμενης αστικής τάξης, με την έννοια ενός ενιαίου και ομογενοποιημένου χώρου. «Η αναρχία ομοιάζει την σκλαβιά» (Θούριος). Έτσι, η «ελληνόφωνη»21 αστική τάξη, που φαίνεται να είναι η πιο αναπτυγμένη και με τις καλύτερες διασυνδέσεις σε όλη την αυτοκρατορία, τόσο οικονομικές (κεφάλαιο) όσο και πολιτικές (σχέσεις με τη διοίκηση της αυτοκρατορίας), προωθεί τη δημιουργία ενός «ελληνικού έθνους». Ασφαλώς σε αυτό συμπεριλαμβάνονται οι διάφοροι πληθυσμοί που αναφέρει ο Ρήγας, ασφαλώς οι κινητοποιήσεις τους θα στοχεύουν σε μια κοινωνική ανατροπή, αλλά ασφαλώς αυτό δεν νοείται παρά μόνο κάτω από μια πολιτική και εθνική ομογενοποίηση, της οποίας η ελληνική επιλογή (που δεν είναι η μόνη, ταυτόχρονα υπάρχει για παράδειγμα και η σέρβικη και η νοτιοσλάβικη) γίνεται με άξονα όχι μια από τα κάτω πραγματική πολιτιστική κοινότητα, αλλά με άξονα μια από τα πάνω πολιτική εξελληνισμού των διαφόρων πληθυσμών (Ρωμιών, Βουλγάρων, Βλάχων, κλπ.), κατά το πρότυπο άλλωστε πάντα της γαλλικής ή και της αγγλικής αστικής τάξης.

«Αλβανοί, Βλάχοι, Βούλγαροι, αλλόγλωσσοι χαρήτε

κ’ ετοιμασθήτε όλοι σας Ρωμαίοι να γενήτε,

βαρβαρικήν αφήνοντας γλώσσαν, φωνήν και ήθη…

Γένη σας να τιμήσητε ομού και τας πατρίδας

τας Αλβανοβουλγαρικάς κάμνοντας Ελληνίδας.

Δεν είναι πλέον δύσκολον να μάθετε ρωμαίικα

και να μη βαρβαρίζετε με λέξεις πέντε δέκα.

Λαοί οι πριν αλλόγλωσσοι αλλ’ ευσεβείς τα θεία,

ξυπνήσατε απ’ τον βαθύν ύπνον της αμαθείας,

ρωμαίικα γλώσσα μάθετε, μητέρα της σοφίας…».22

Με πάνω-κάτω συγκροτημένα σήμερα τα έθνη στην περιοχή, μια τέτοια πολιτική ωμά διακηρυγμένη μπορεί να μοιάζει, όχι μόνο βάναυση, αλλά και αναποτελεσματική.23 Ωστόσο, σε ένα πλαίσιο όπου οι διάφορες κοινότητες, οι διάλεκτοι, κλπ. δεν παραπέμπουν σε μεταφυσικές οντότητες όπως τα έθνη, οι άνθρωποι φαίνεται να είναι πιο προσγειωμένοι στις κοινωνικές πραγματικότητες και επιδεκτικοί σε κάθε είδους κινήματα που μπορεί να τους προσφέρουν μια ελπίδα για το μέλλον. Έτσι εξηγείται και η ευκολία με την οποία οι διάφορες κινήσεις προσεταιρισμού πληθυσμών σε εθνικά σχέδια άνθισαν στην περιοχή, έως και τον 20ο αιώνα ακόμα: Για τους ντόπιους πληθυσμούς, η «εθνικότητα» δεν είχε το βάρος μιας σημερινής εθνότητας αποκλειστικής των άλλων. Η γλώσσα, η θρησκεία, οι συναναστροφές, το χωριό, ήταν προσδιοριστικά χαρακτηριστικά, αλλά η συμμετοχή σε μια εθνότητα -αποκλειστικής των άλλων- πολύ πιο προβληματική, ιδιαίτερα στη Μακεδονία και στη Θράκη, όπου το ανακάτεμα των πληθυσμών ήταν πιο έντονο.24

Πράγμα που από την άλλη μεριά δεν σημαίνει ότι η αστική ισοπέδωση δεν προκαλεί μεγαλύτερες ή μικρότερες αναδιπλώσεις στους πληθυσμούς που θέλει να ισοπεδώσει. Όχι μόνο σε ένα βαλκανικό χώρο η ελληνική επιλογή θα συναντήσει τη σέρβικη, τη βουλγάρικη, τη χριστιανική, την τούρκικη, αλλά ακόμα και στους ίδιους τους Γραικούς που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της δεν είναι αυτόματη και χωρίς αντιστάσεις η πολιτιστική ισοπέδωση και εξομοίωση. Το «έθνος» θα συγκροτηθεί αναγκαστικά σε βάρος όλων των ντόπιων και παραδοσιακών πληθυσμών είτε πάρει τη μορφή βίαιου εξελληνισμού είτε τη μορφή ήπιου «ηθελημένου» «εκπολιτισμού» μέσο μιας ενοχοποίησης25 των αποκλινόντων στοιχείων μπροστά στην εθνική κατασκευή.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιλογή και η δυσκολία κατασκευής μιας ενιαίας γλώσσας: Η ελληνική επιλογή διάλεξε την «ελληνική», δηλαδή την αρχαία ελληνική, που κανένας ντόπιος πληθυσμός δεν μίλαγε! Η συνέχεια της σύγκρουσης «καθαρεύουσας»-«δημοτικής» είναι γνωστή, αλλά το σημαντικό είναι ότι η επιλογή αυτή έγινε λόγο της έλλειψης ακριβώς μιας επικρατούσας γλώσσας. Μπορεί τα διάφορα ρωμέικα να είχαν κάποια σχέση με την «ελληνικήν», αλλά δεν έπαυαν να είναι πολλές «χυδαίες» διάλεκτοι δίπλα στις άλλες (π.χ. σλάβικες, βλάχικες, …). Η κατασκευή και η επιβολή ενιαίας γλώσσας, της ελληνικής (στην αρχαϊκή ή σε μια «νεοελληνική» της έκδοση), έπρεπε να συντρίψει όλες τις υπαρκτές ντοπιολαλιές, όπως ακριβώς έκαναν και τα άλλα έθνη, είτε αυτές είχαν είτε όχι σχέση με τα ελληνικά.26 Η κατασκευή και η επιβολή του ελληνικού έθνους απεικονίζεται στην ιστορία κατασκευής και επιβολής ενιαίας γλώσσας σε βάρος όλου του πληθυσμού, «ελληνόφωνου» ή όχι. Ανάλογη είναι άλλωστε και η ιστορία της διαμόρφωσης και επιβολής γλώσσας -μέσο της συντριβής άλλων γλωσσών- και στα άλλα ευρωπαϊκά έθνη, όπως το γαλλικό,27 έστω και αν στην οθωμανική αυτοκρατορία οι ρυθμοί της ομογενοποίησης και η έκταση των αποκλίσεων κατέστησαν το πρόβλημα πιο έντονο (βλ. και την αντίστοιχη επιχείρηση διαμόρφωσης της σέρβικης γλώσσας, μέσο της σλαβόνικης).

 gallery 143 1 26416

4. Πόσο «γαλλική» ήταν η γαλλική επανάσταση;

Αν το πρώτο έθνος που δημιουργήθηκε στην ιστορία είναι το ολλανδικό (16ος αιώνας), η σύγχρονη έννοια του «έθνους» και το συναισθηματικό της αντίστοιχο «πατρίδα» φαίνεται να γενικεύτηκαν με τη γαλλική αστική επανάσταση. Θα ήταν ωστόσο πρόχειρο και διαστρεβλωτικό να μείνει κανείς σε μια τέτοια υπενθύμιση: Οι Γάλλοι επαναστάτες δεν είχαν έτοιμη την ιδέα του έθνους ή είχαν μια ιδέα που ήταν ριζικά διάφορη της σημερινής. Και μάλιστα η οικοδόμηση του έθνους έγινε σε βάρος της θέλησης και των διακηρύξεων των «πατριωτών» από την αστική ισχυροποίηση του νέου καθεστώτος. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να επιβληθεί. Χρειάστηκε η Θερμιδόρ και ο Ναπολέοντας με τους πολέμους του για να μετατραπεί ένας κοσμοπολίτικος πατριωτισμός σε γαλλικό εθνικισμό.

Οι διορατικοί αστοί το προέβλεπαν και πριν από την επανάσταση: Το 1769, ο Guibert «παραπονιόταν που ο πατριωτισμός δεν είναι παρά μια λέξη, (…) αφού οι πόλεμοι δεν είναι διενέξεις που αφορούν το έθνος αλλά ιδιωτικές συγκρούσεις του μονάρχη». Εικοσιένα χρόνια αργότερα η αστική του οξυδέρκεια διευκρινίζει με ποιόν τρόπο μπορούν να κατασκευαστούν πραγματικά έθνη: «Αν τα βάλετε [τα έθνη] να συμμετάσχουν τα ίδια άμεσα στον πόλεμο, ο πόλεμος θα τα τυλίξει άμεσα με όλες του τις αγριότητες. Σήμερα, δεν τον αισθάνονται παρά μόνο με την αύξηση των φόρων. Αλλά όταν τα ίδια τα έθνη πάρουν μέρος στον πόλεμο, όλα θα αλλάξουν ριζικά. Καθώς οι κάτοικοι μιας χώρας θα γίνουν στρατιώτες, θα τους αντιμετωπίσουν σαν εχθρούς. Ο φόβος να τους έχουν εναντίον τους, η ανησυχία ότι τους αφήνουν πίσω τους θα τους εξοντώσει...».28

Πριν την επανάσταση, το κράτος, ο πόλεμος, δεν ήταν πράγματα που αφορούσαν τους κατοίκους μιας χώρας. Έτσι αυτοί δεν είχαν «πατρίδα» ή «έθνος». Η πατρίδα τους ήταν ο χώρος τους, η ζωή τους, τα συναισθήματά τους, σε αντιπαράθεση των τυράννων. Το έθνος δεν βρίσκεται σε αντιπαράθεση με άλλα έθνη. Δεν υπάρχουν Γάλλοι σε αντιπαράθεση με τους Γερμανούς ή τους Άγγλους. Η αντιπαράθεση είναι ανάμεσα σε πατριώτες και σε αριστοκράτες. Όχι μονάχα λείπει μια εθνική, φυλετική, γλωσσική διάκριση, αλλά και η εδαφική διάκριση είναι απούσα. «Στη γλώσσα της εποχής, η λέξη πατριωτισμός σχεδόν πάντα χρησιμοποιείται με την έννοια της αγάπης της ελευθερίας»29 δηλαδή του μίσους ενάντια στους «τυράννους». Όταν, στις 8 Μαρτίου του 1793, ο Ροβεσπιέρος εξυμνεί όσους καταπολεμούν τους προδότες «και ζητούν η αριστοκρατία να αντικατασταθεί από τον πατριωτισμό»30 πρέπει κανείς να πάρει στην κυριολεξία την αντιπαράθεση: Όχι μόνο οι μεν είναι οι απανταχού αριστοκράτες, αλλά και πατριώτες δεν είναι οι «Γάλλοι», αλλά οι απανταχού πολέμιοι της αριστοκρατίας.

Αυτή η ιδέα είναι που τον κάνει να λέει, στις 17 Νοεμβρίου του 1793, ότι «όταν η ελευθερία έχει πετύχει μια κατάκτηση όπως η Γαλλία, καμία ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να την διώξει από εκεί».31 Δηλαδή δεν είναι η Γαλλία που κατέκτησε την ελευθερία της, είναι αντίθετα η ελευθερία που κατέκτησε τη Γαλλία. Δεν πρόκειται απλώς για σχήμα λόγου ούτε για μια διακήρυξη αλληλεγγύης ανάμεσα σε διάφορα έθνη: «Δεν είναι για έναν λαό που πολεμούμε, αλλά για το σύμπαν, για τους ανθρώπους που ζουν σήμερα αλλά και για αυτούς που θα ζήσουν. (…) Αυτές οι σωτήριες αλήθειες, αντί να εγκλειστούν στο στενό αυτόν χώρο, ας αγγίξουν ταυτόχρονα τα αυτιά όλων των λαών! (…) [Τότε] όλοι οι λαοί δεν θα αποτελούν πλέον παρά ένα λαό αδελφών και θα έχετε τόσους φίλους όσοι και άνθρωποι υπάρχουν στη γη».32 Ενάντια σε μια εθνοφυλετική ή και εδαφική αντίληψη (που είναι η σημερινή!), ο Ροβεσπιέρος ξεκαθαρίζει, 24 Απριλίου του 1793, πως ο αγώνας δεν είναι «για ένα κοπάδι ανθρώπινων όντων έγκλειστων σε κάποια γωνιά της γης», αλλά «για την τεράστια οικογένεια στην οποία η φύση έδωσε τη γη για χώρο της και για να την απολαύσει». Εχθροί, που υπάρχουν, δεν είναι άλλα «έθνη», που δεν υπάρχουν, αλλά: «Οι βασιλιάδες, οι αριστοκράτες, οι τύραννοι, όποιοι και να είναι, είναι οι δούλοι που εξεγέρθηκαν ενάντια στον κυρίαρχο της γης, που είναι το ανθρώπινο είδος, και ενάντια στο νομοθέτη του σύμπαντος, που είναι η φύση».33

Η ιδέα αυτή δεν είναι ροβεσπιερική, είναι η συνέχεια των καθολικών και μη εθνικών αντιλήψεων του διαφωτισμού και ταιριάζει και με τις κινητήριες αντιλήψεις των επαναστατών γενικά: Έτσι την ίδια μέρα ο Ανάχαρσις Κλοτς υποστηρίζει: «Οι λαοί είναι αναγκαστικά κακοί, ενώ το ανθρώπινο είδος είναι ουσιαστικά καλό. (…) Η δημοκρατία του ανθρώπινου είδους δεν θα έχει ποτέ διένεξη με κανέναν». Όχι μόνο θεωρεί τη «Γενική Συνέλευση της Γαλλίας σαν μια συμπύκνωση του χάρτη-κόσμου των φιλανθρώπων», αλλά και για να ενισχύσει την «αληθινά αδελφική μας ένωση», προτείνει για τη «δημοκρατία των ανθρώπων» να εγκαταλειφθεί η λέξη francais («Φραντσέζοι» από το Φράγκοι, που είναι το όνομα που δίνουν σήμερα οι ίδιοι οι Γάλλοι στον εαυτό τους) υπέρ του germains («Γερμανοί», που είναι η ονομασία των παλαιών γερμανικών λαών).34 «Καθώς ο σύνδεσμός μας είναι μια αληθινή αδελφική ένωση, το όνομα Γερμανοί θα μας ταιριάζει πλήρως: Δημοκρατία των Γερμανών».35

Ας σημειώσουμε ακόμα, προς καλύτερη κατανόηση της συζήτησης των Γάλλων επαναστατών για την ονομασία της δημοκρατίας που οικοδομούν, ότι στη γλώσσα τους οι αντίστοιχοι όροι δεν προέρχονται μόνο από ονομασίες παλαιών φυλών της Ευρώπης (Φράγκων ή Γερμανών), αλλά και ότι παραπέμπουν σε ιδιαίτερες αποχρώσεις: Αν ονομαστούν francais -όπως τελικά το έκαναν-, ο όρος δεν παραπέμπει μόνο στους Φράγκους -francs- αλλά και σημαίνει ταυτόχρονα «ελεύθεροι». Αν ονομαστούν germains -Γερμανοί- η αναφορά δεν είναι μόνο στα παλιά γερμανικά φύλα, αλλά και ταυτόχρονα σημαίνει ομοαίματοι ή «αδελφοί». Και οι δύο, ελευθερία-αδελφότητα, είναι κεντρικές έννοιες της γαλλικής επανάστασης και σαν τέτοιες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν ονομασία της νέας Δημοκρατίας και των πολιτών της.

 Sans culotte

Το ίδιο αυτό στοιχείο, της εθνικής -με τη σημερινή έννοια- απροσδιοριστίας ασφαλώς το ξαναβρίσκουμε σε όλες τις χώρες (π.χ. στην Ελλάδα). Και το ξαναβρίσκουμε και στην πρώτη τους πολιτική δόμηση: Έτσι, η πατρίδα είναι «ανοιχτή σε όλους τους ανθρώπους της γης», «η πατρίδα δεν είναι το έδαφος», αλλά η κοινότητα συναισθημάτων36 και έτσι το Σύνταγμα του 1793 δέχεται σαν «γάλλους πολίτες κάθε εγκατεστειμένο ξένο που ζει από τη δουλειά του, υιοθετεί ένα παιδί… ή τρέφει ένα γέροντα».

Βέβαια, η κατασκευή του γαλλικού έθνους ξεκινάει από την Επανάσταση, αλλά από πολλές απόψεις βρίσκεται στην άρνησή της. Μέσα από μια μακροχρόνια διαδικασία (Θερμιδόρ, Ναπολέων), χρειάστηκε η πατρίδα και το έθνος να αποκτήσουν το εδαφικό στοιχείο που τους έλειπε. Ο περιορισμός της Επανάστασης σε ένα έδαφος, μιας χώρας, και η κατά συνέπεια στήριξη πάνω απ’ όλα της Δημοκρατίας, του κράτους, του raison d’Etat, σε βάρος της Επανάστασης διακηρύχτηκε ίσως για πρώτη φορά -πολύ πριν από τον Στάλιν!- από τον Νταντόν στις 19 Νοεμβρίου του 1792: «Σε μια στιγμή ενθουσιασμού, δεχτήκατε μια απόφαση που ασφαλώς ξεκινούσε από ωραίο κίνητρο, αφού αναλαμβάνατε να προσφέρετε προστασία στους λαούς που θα ήθελαν να αντισταθούν στην καταπίεση των τυράννων τους. Η απόφαση αυτή θα σας οδηγούσε να υποστηρίξετε μερικούς πατριώτες που θα ήθελαν να κάνουν μια επανάσταση στην Κίνα. Όμως πρέπει πριν απ’ όλα να σκεφτούμε τη διατήρηση του πολιτικού μας σώματος και να δημιουργήσουμε το γαλλικό μεγαλείο».37 Και, απαντώντας στο Ροβεσπιέρο και στον πατριωτικό κοσμοπολιτισμό της επανάστασης, στις 26 Απριλίου του 1793, ο νταντονικός Ρομπέρ δίνει τις πρώτες κωδικοποιήσεις του σύγχρονου εθνικισμού: «Εμείς δεν είμαστε οι αντιπρόσωποι του ανθρώπινου είδους. Θέλω λοιπόν ο νομοθέτης της Γαλλίας να ξεχάσει μια στιγμή το σύμπαν για να ασχοληθεί με τη δική του χώρα. Θέλω έναν εθνικό εγωισμό (…) [γιατί] αγαπάω περισσότερο τους ελεύθερους ανθρώπους της Γαλλίας από όλους τους άλλους ανθρώπους του κόσμου. Δεν θα ψάξω λοιπόν τη φύση του ανθρώπου γενικά, αλλά το χαρακτήρα του γαλλικού λαού».38

Η οικοδόμηση του γαλλικού έθνους και κράτους (Δημοκρατία) γίνεται σε βάρος του πατριωτισμού, κοσμοπολίτικου αναγκαστικά, των επαναστατών και μαζί με το εδαφικό και κρατικό χαρακτηριστικό του αποκτάει και την πρώτη εθνικοφυλετική διάκριση, με τον ορισμό και τον αποκλεισμό των ξένων. Σύμβολο ο αποκεφαλισμός του Ανάχαρσις Κλότς, που αυτοκαθοριζόταν σαν «ένας παλιός στρατιώτης της επανάστασης, ο στασιαστής, ο αποδιοργανωτής, ο αναρχικός, ο υπερεπαναστάτης Ανάχαρσις Κλότς, από γεννήσεως Βέλγος, από υιοθεσία Γάλλος, βασιλοκτόνος ιδρυτής της Δημοκρατίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Τον Πρώσο και αριστοκράτη που πρόσφερε την περιουσία του στην επανάσταση και οραματίστηκε την «αδελφική κυβέρνηση» του ανθρώπινου είδους κατηγόρησε, σαν πρώτος Μπέρια, ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος, στις 12 Δεκεμβρίου του 1793 για «τις περίεργες γνώμες του, το πείσμα του να μιλάει για μια παγκόσμια Δημοκρατία», και αφού αρνιόταν «τον τίτλο του γάλλου πολίτη, θέλοντας τον τίτλο του πολίτη του κόσμου. (…) Πολίτες, θα θεωρήσετε πατριώτη έναν ξένο που θέλει να είναι πιο δημοκράτης από τους Γάλλους; (…) Ο Κλότς είναι Πρώσος...».39 Ο δρόμος για την οικοδόμηση του γαλλικού έθνους έχει πλέον ανοίξει! Τα στοιχεία του θα βαλθούν έναν-ένα από τη Δημοκρατία σε βάρος της Επανάστασης: Γεωγραφικός εντοπισμός (και περιορισμός), εισαγωγή της διάκρισης ανάμεσα στους ανθρώπους (Γάλλοι και ξένοι, εμείς και οι άλλοι -εχθροί), καταγγελία του διαφωτιστικού καθολικισμού και κατασκευή εθνικής μυθολογίας, κοινωνική ομογενοποίηση.

Όχι πως είναι κάτι εύκολο: Μόνο τη γλώσσα ας πάρουμε, σαν βασικό χαρακτηριστικό: «Η πλειοψηφία των Γάλλων δεν μίλαγε το 1789 παρά διάφορα ιδιώματα και διαλέκτους».40 «Από περισσότερα από 25 εκατομμύρια πολίτες το πολύ οκτώ εκατομμύρια μπορούσαν μόλις να αρθρώσουν μερικές λέξεις και φράσεις, και αυτές προβληματικά, σε αυτό το ιδίωμα και μόνο τρία εκατομμύρια μπορούσαν να το χειριστούν περίπου σωστά».41 Ο ένας στους τρεις δεν καταλαβαίνει καθόλου γαλλικά και μόνο ο ένας στους οκτώ ξέρει γαλλικά!!! Στις 27 Ιανουαρίου του 1794, ο Barere καταγγέλλει: «Η μοναρχία είχε τους λόγους της να μοιάζει με πύργο της Βαβέλ. Στη δημοκρατία, το να αφήσουμε τους πολίτες χωρίς να ξέρουν την εθνική τους γλώσσα, ανίκανους να ελέγχουν την εξουσία, σημαίνει προδοσία στην πατρίδα… Η γαλλική γλώσσα που είχε την τιμή να χρησιμεύσει για τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πρέπει να γίνει η γλώσσα όλων των Γάλλων».42 Ο Γκρεγκουάρ στις 30 Σεπτεμβρίου του 1793: «Πρέπει να εξαφανίσουμε την ποικιλία αυτή των χονδροειδών ιδιωμάτων».43 Η επιβολή της γαλλικής γλώσσας στο γαλλικό πληθυσμό χαρακτηρίστηκε μάλιστα σαν γλωσσική τρομοκρατία και ξεκίνησε επίσημα στις 20 Ιουλίου του 1794 με διάταγμα της Συνέλευσης.

Η καθολικότητα του «πατριωτισμού» της επανάστασης, προδομένη από την αστική οικοδόμηση της Δημοκρατίας (του εθνικού κράτους), θα αναληφθεί από το εργατικό κίνημα. Με άλλη λέξη, «διεθνισμός», αφού ο «πατριωτισμός» πλέον συνδέεται με τα κατασκευαζόμενα αλληλοαποκλειόμενα έθνη.

 

Πηγή: Σπάρτακος, τεύχος 33, Μάιος – Αύγουστος 1992 και Tassos Anastassiadis, 29 Σεπτεμβρίου 2013.

 

Σημειώσεις

1 Ο οποίος απλώς αγνόησε την περίφημη μποσούρα του Στάλιν, θεωρώντας την προφανώς σαν μικρότερο κακό από τους τότε αντιπάλους του, κυρίως αυστρομαρξιστές.

2 «Το έθνος είναι μια σταθερή, ιστορικά συγκροτημένη ανθρώπινη κοινότητα, που δημιουργήθηκε πάνω στη βάση μιας κοινότητας γλώσσας, εδάφους, οικονομικής ζωής και ψυχικής διάπλασης που μεταφράζεται σε μια πολιτιστική κοινότητα». [Στάλιν Ι. Β., Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα, Ειρήνη, χ.χ.έ. σελ. 7 και Στάλιν Ι. Β., Άπαντα, τόμος 2ος (1907 – 1913), εκδόσεις ΚΕ του ΚΚΕ, 1952, σελ. 411].

3 Ιδιοποιείται άλλωστε τη μη λενινιστική έννοια του «εθνικού χαρακτήρα».

4 Michael Lowy, «Le probleme de l’histoire» in Les marxistes et la question nationale, εκδ. Maspero [Μισέλ Λεβί, Το εθνικό ζήτημα από τον Μαρξ μέχρι σήμερα, Στάχυ, Αθήνα, 1993, σελ. 72].

5 «Εξού και η ανάγκη να καταπολεμηθεί η τάση περιορισμού σε αυστηρά εθνικό επίπεδο, το κοντόφθαλμο πνεύμα, ο τοπικισμός των σοσιαλιστών των καταπιεσμένων εθνών, που δεν θέλουν να δουν πέρα από τον εθνικό τους περίγυρο». Στάλιν, Οι αρχές του λενινισμού.

6 Τα παραδείγματα δυστυχώς όλο και πολλαπλασιάζονται: Οι σύντροφοι της ΟΑΚΚΕ που καταδικάστηκαν, οι μαθητές της ΟΣΕ που διώχτηκαν, οι αγωνιστές της αντεθνικιστικής επιτροπής που επίσης καταδικάστηκαν, οι 169 που κυνηγήθηκαν,…

7 Αν εξαιρέσουμε τις γυναίκες, φαίνεται πως όλες οι άλλες αυτές μορφές καταδίωξης είναι χαρακτηριστικές της αστικής κοινωνίας, με την έννοια ότι εμφανίστηκαν μαζί της και εξαιτίας της συστηματοποιήθηκαν, οργανώθηκαν και επεκτάθηκαν. Βλ. E. Traverzo, «Στις πηγές του διωγμού», Σπάρτακος, τεύχος 32, σελ. 20. Ειδικότερες αναλύσεις υπάρχουν αρκετές: Π.χ., για την τρέλλα βλ. την Ιστορία της τρέλλας του Φουκώ, για τα παιδιά το Παιδί και οικογένεια υπό το Παλαιό Καθεστώς του Φ. Αριές…

8 Cl. Levi-Strauss, «Race et histoire», εκδ. Mediation, σελ. 21 [Cl. Levi-Strauss, Φυλές και ιστορία, Μπάυρον, Αθήνα 1971, σελ. 21].

9 Αυτή άλλωστε η έλλειψη εθνικής κοινότητας είναι που κάνει π.χ. τους Αθηναίους να θεωρούν τους άλλους συμμάχους τους σαν «υποταγμένους λαούς» και να τους συμπεριφέρονται ανάλογα: Όταν μπήκαν στη Μήλο «έσφαξαν όλους τους άνδρες που ήταν σε ηλικία μάχης και έπεσαν στα χέρια τους. Οι γυναίκες και τα παιδιά πουλήθηκαν σα δούλοι»! (Θουκιδίδης, Ιστορία, βιβλίο Ε, βλ. άρθρο E. Jonas στο: Σπάρτακος, τεύχος 26, σελ.43, 44).

10 Ορισμός της ομάδας «εμείς» σε αντιπαράθεση των «άλλων», με τους οποίους ακριβώς παντρευόμαστε (εξωγαμία), αφού η αιμομιξία στο εσωτερικό του «εμείς» απαγορεύεται, και με τους οποίους καταμερίζουμε εργασία.

11 Οι Σουλτάνοι είναι… «Έλληνες» ή πάντως Βυζαντινοί; Ναι, κατά το ήμισι, αφού είναι απόγονοι του Ιωάννη του 5ου του Παλαιολόγου, μέσο της κόρης του Ελένης και μητέρας του Σουλτάνου Βαγιαζήτ.

12 Ας σημειώσουμε ότι ο χαρακτήρας του Βυζαντίου σαν «ελληνικό» κάνει τους νεοέλληνες να ξεχνούν π.χ. να πουν στα παιδιά τους ότι για αιώνες το Βυζάντιο ήταν λατινόφωνο, ότι η ίδια η λέξη είναι πρόσφατη γιατί οι ίδιοι μιλούσαν για «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία», ότι λατινικά ήταν η μητρική γλώσσα όχι μόνο του Κωνσταντίνου αλλά έως και του Ιουστινιανού και ότι μόνο «στο τέλος τα λατινικά υποχωρούν στα ελληνικά» σε μια «μεσαιωνική αυτοκρατορία» όπου στο «λατινισμό των πρώτων αιώνων» προστέθηκαν και «τ’ άλλα ανατολίτικα στοιχεία» «χωρίς ωστόσο να δημιουργηθεί εθνική και γλωσσική ενότητα για όλους τους κατοίκους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας». Τριανταφυλλίδης Μανόλης, Νεοελληνική Γραμματική, τόμος 1ος, ιστορική εισαγωγή, σελ. 24 και 44.

13 Τριανταφυλλίδης, ibid, σελ.24.

14 Αιγύπτου

15 Αν και κάτω από την πίεση των ελληνικών ιμπεριαλιστικών τάσεων φαίνεται ότι ίσως τους το απαγόρευσαν.

16 Παρόλο που στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε μια μη εθνική αναφορά στους Έλληνες [βλ. κεφ. 2], μετά την κατάλυσή της από τις μακεδονικές φάλαγγες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κυρίως μετά την επικράτηση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η αναφορά σε Έλληνες χάνεται. «Στο Μεσαίωνα κάθε συνειδητός δεσμός ανάμεσα στον ελληνικό λαό και στην αρχαία Ελλάδα είχε λείψει». (Ι. Θ. Κακριδής, Οι αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σελ. 14. Αναφορά των κατοίκων είναι Ρωμαίοι (Ρωμιοί) ή και Γραικοί (για να διαφοροποιηθούν από τους Λατίνους, όπως π.χ. το θέλει ο Κοραής). Η επανανακάλυψη των Ελλήνων (αρχαίων αναγκαστικά -όπως και Λατίνων) γίνεται κάτω από την επιρροή του ανθρωπισμού της Αναγέννησης και η ad hoc επιβολή της νέας ονομασίας στην ελληνική επανάσταση υπολογίζεται ότι θα μπορέσει να ενοποιήσει τα διάφορα «γένη» (π.χ. του Ρήγα) σε ένα ενιαίο «έθνος».

17 Ι. Θ. Κακριδής, ibid, σελ.13-14.

18 Κοσμάς Αιτωλός, Διδαχαί, βίοι, ακολουθίαι, εκδ. Αρχιμανδρίου Α. Ν. Καντιώτου 1959, σελ.59. Αναφέρεται από τον Ι. Κακριδή, σελ.14.

19 Ιουστίνος Κώδ. Α’11.10. Βλ. Τριανταφυλλίδης, Νεοελληνική Γραμματική, τόμος 1ος, «Ιστορική εισαγωγή», σελ. 27.

20 Οι προηγούμενες αναφορές είναι από το βιβλίο του Ι. Κακριδή.

21 Υπάρχει μια δυσκολία στο να αναφερθεί κανείς σε «ελληνική» αστική τάξη, μια που αυτό ακριβώς προϋποθέτει ότι μια τέτοια εθνική τάξη είχε ήδη φιαχτεί. Κανένα στατικό κριτήριο δεν την προσδιορίζει εκ των προτέρων. Ούτε κοινή γλώσσα δεν υπάρχει ούτε η θρησκεία δεν την διαχωρίζει. Ελληνική αστική τάξη είναι η αστική τάξη που θα προσχωρήσει στο σχέδιο οικοδόμησης ενός ελληνικού κράτους και, άρα, έθνους.

22 Λεξικό του Δανιήλ, 1802, βλ. Κορδάτος, Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος, σελ. 45-46.

23 Αν και πάντα εφαρμόσιμη.

24 Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα στη Μακεδονία οι ξένοι «παρατηρητές διαπίστωναν με ειρωνία ότι πατεράδες ελληνικών οικογενειών είχαν ένα γιο »Βούλγαρο», γιατί είχε πάει σε σχολείο του εξαρχάτου όπου και είχε μάθει τη γλώσσα, την ιστορία και τον πολιτισμό των Βουλγάρων, ενώ κάποιος Βούλγαρος πατέρας έβλεπε το γιο του να γίνεται Έλληνας μέσα από το πατριαρχικό σχολείο, ή Σέρβος χάρη στους δασκάλους που έστελνε το Βελιγράδι» Castellan, σελ. 251.

25 Γεννιές ολόκληρες μεγάλωσαν με μια συστηματική καλλιέργεια μιας περιφρόνησης της μητρικής τους γλώσσας (απλό «ιδίωμα», «διάλεκτος», με «λάθη» και «χυδαιότητες») έναντι μιας «γλώσσας» του κράτους που μόνο αυτή είχε το δικαίωμα ύπαρξης και μόνο αυτή μπορούσε να εξασφαλίσει αφενός την πρόσβαση σε θέσεις με αίγλη και αφετέρου την ένταξη σε μια υποτιθέμενη εθνικοφροσύνη. Βλέπε και σήμερα τη μάχη που έχουν πληρωθεί για να δώσουν γελοίοι «γλωσσολόγοι» μισθοφόροι προσπαθώντας να παρουσιάσουν τη σλαβομακεδονική γλώσσα σαν «ιδίωμα» που δεν μπορεί να είναι «πραγματική γλώσσα». Με την κατασταλτική αυτή ύπαρξη της γλώσσας συνδέεται και η πραγματικότητα του σχολείου, για το οποίο «γλώσσα» (γραμματική και συντακτικό) είναι απλώς μια κανονιστική και κατασταλτική πρακτική.

26 Όποιος έχει δει τη «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου, έχει πάρει μια ιδέα για το μέγεθος του προβλήματος της κατασκευής και της επιβολής ενιαίας κυρίαρχης γλώσσας σε μια πολύγλωσση, πολύθρησκη και πολυεθνική κοινωνία.

27 Βλέπε πλαίσιο «Πόσο γαλλική ήταν η γαλλική επανάσταση».

28 Daniel Bensaid, “Moi la Revolution”, εκδ. Gallimard, σελ. 210 και 212.

29 Marc Dufraisse, “Histoire du droit de guerre et du droit de paix”, Paris 1867. Αναφέρεται από τον Jean-Yves Guiomar, “L’ideologie nationale”, σελ.33.

30 Guiomar, ibid, σελ.33.

31 Guiomar, ibid, σελ. 150.

32 Guimoar, ibid, σελ 149.

33 Guiomar, ibid, σελ 146.

34 Το «Γερμανοί» δεν το χρησιμοποιούν για να ονομάσουν τους σημερινούς Γερμανούς ούτε οι Γάλλοι -που τους ονομάζουν Αλαμανούς- ούτε οι ίδιοι οι Γερμανοί -που αυτοονομάζονται Deutsche, δηλαδή με μια παλιά γερμανική λέξη που σημαίνει «λαός».

35 Guiomar, ibid, σελ. 154.

36 Saint-Just, Oeuvres completes, αναφέρεται από τον Bensaid σελ. 109.

37 Guiomar, ibid, σελ. 147.

38 Guiomar, ibid, σελ. 146-147.

39 Bensaid, ibid, σελ. 111.

40 Albert Soboul, Precis d’histoire de la revolution francaise, Editions Sociales, σελ.505.

41 Bensaid, ibid, σελ. 106.

42 Bensaid, ibid, σελ.506.

43 Philippe Genest, “La langue et la Revolution”, στο: Permanence de la Revolution, εκδ. La Breche, σελ. 257.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s