Μια μαύρη κινητοποίηση κι εμείς

Αναδημοσίευση από το blog

του Λευτέρη Παπαθανάση

Μια μαύρη κινητοποίηση κι εμείς

by lefterisp

Στις 29 του Νοέμβρη 2018, μια ημερομηνία που θα πρέπει να θυμόμαστε, είχαμε την κορύφωση της πρώτης απόπειρας πανελλαδικής εθνικιστικής κινητοποίησης, και μάλιστα με κέντρο τα σχολεία.

Παρακάτω, εκθέτω μερικές σκέψεις για το θέμα αυτό

ΜΕΡΟΣ Α’. Η μεγάλη εικόνα.

Οι φασίστες ηττήθηκαν

Κι αυτό είναι το πρώτο που πρέπει να ειπωθεί. Η κινητοποίηση τελικά δεν έπιασε τους δηλωμένους στόχους της, για την ακρίβεια απείχε πάρα πολύ απ’αυτούς. Ούτε τα ψέματα για τον αριθμό των σχολείων που έκλεισαν ή το πλήθος που διαδήλωσε, ούτε τα στημένα επεισόδια του στυλ «αναρχικοί απειλούν τα παιδιά μας» δεν μπόρεσαν να αλλάξουν τη γενική εικόνα μιας περιορισμένης κινητοποίησης.

Θα μπορούσε να γίνει αλλιώς;

Διατυπώνεται από ορισμένους στα σοβαρά ότι «η δημοκρατία έχει βαθιές ρίζες στην Ελλάδα», άρα οι φασίστες ποτέ δεν θα μπορέσουν να ανοιχτούν στην κοινωνία με αξιώσεις. Αυτό, μας λένε, έκανε και τα παιδιά να τους γυρίσουν την πλάτη. Η αλήθεια είναι ότι χρειάστηκε πολλή δουλειά για να ανατραπεί η φασιστική κινητοποίηση. Την επιτυχία αυτή δεν τη χρωστάμε γενικά «στα αντιφασιστικά αντανακλαστικά του λαού μας», μα σε κείνους τους μαθητές και τις μαθήτριες που έβαλαν φρένο στα σχέδια των φασιστών μέσα στα ίδια τα σχολεία τους, εκείνους τους εκπαιδευτικούς που ενάντια στις απειλές παρακράτους και κράτους έπραξαν το αυτονόητο και αποκάλυψαν την ουσία της φασιστικής εκστρατείας, εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που είχε τα πολιτικά αντανακλαστικά να καταλάβει ποιο ήταν το πραγματικό επίδικο των ημερών. Ας μου επιτραπεί η υποσημείωση ότι και τα οργανωμένα μέλη των αριστερών συλλογικοτήτων λειτούργησαν περισσότερο ενστικτώδικα, μέσα στους κόλπους αυτής της αντιφασιστικής δύναμης που δημιουργήθηκε από την περίσταση.

Όμως, η εθνικιστική κινητοποίηση ήταν μια γενική πρόβα

Αν και μπορούμε να μιλάμε για ήττα των φασιστικών σχεδιασμών, σίγουρα δεν πρόκειται για συντριβή. Κάποια σχολεία έκλεισαν, κάποια παιδιά κατέβηκαν στο δρόμο, κάποια παιδιά ανταποκρίθηκαν δηλαδή στο φασιστικό κάλεσμα (αρκετές καταλήψεις συνεχίζονται ακόμη και σήμερα). Ακόμη, κάποια παιδιά εξοικειώθηκαν με την εικόνα των ναζιστικών χαιρετισμών, τα συνθήματα για κατάληψη εδαφών γειτονικών χωρών και για «Σκοπιανούς», που «δεν θα γίνουν Έλληνες ποτέ», εξοικειώθηκαν με την ιδέα ότι λογική κατάληξη της κινητοποίησής τους μπορεί να είναι μια επίθεση σε πρόσφυγες, σε κάποια κατάληψη αναρχικών, στα γραφεία αριστερών οργανώσεων. Είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζουμε μια τέτοια κινητοποίηση, και αυτό από μόνο του είναι ένα ποιοτικό άλμα σε σχέση με ό,τι έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα. Όπως είχα γράψει και στην περίπτωση του «πραξικοπήματος της πλάκας» πριν από μερικούς μήνες, είναι ζωτικό στοιχείο της φασιστικής τακτικής το να κερδίζει χώρο, το να νομιμοποιεί την παρουσία και τις προτάσεις των φασιστών, ακόμη κι αν αποτυγχάνει να συνεπάρει μεγάλες μάζες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι φασίστες και όσοι βρίσκονται πίσω απ’αυτούς χρησιμοποίησαν αυτή την κινητοποίηση για να μετρήσουν τις δυνάμεις τους. Κι εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι στις δικές τους δυνάμεις προστέθηκαν πρόθυμα μηχανισμοί του κράτους, πολιτικά κόμματα, συνδικαλιστικές παρατάξεις, δημόσιες περσόνες κλπ.

Οφείλουμε να εξετάσουμε κάθε πτυχή των ημερών που πέρασαν

Όσο οι φασίστες προετοιμάζουν την επόμενη κίνησή τους (γιατί είναι βέβαιο πως αυτό συμβαίνει), δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να μένουμε ήσυχοι. Απόψεις ηλίθιας αισιοδοξίας του τύπου «αποδείξαμε πως κάθε φορά που θα εμφανίζονται, θα βρίσκουν πολλαπλάσιους/ες απέναντί τους» πρέπει να αντιμετωπιστούν σαν αυτό που είναι: κουτόχορτο. Το αντιφασιστικό δίκτυο απέχει πολύ απ’το να χαρακτηριστεί συμπαγές ή οργανωμένο και στο εσωτερικό του κυκλοφορούν οι πιο ετερόκλητες απόψεις. Ένα θετικό στοιχείο για τον απολογισμό που πρέπει να γίνει (και πρέπει να ριχτεί φως σε κάθε πτυχή αυτών των τελευταίων ημερών) είναι ότι πλέον μιλάμε πάνω σε μια συγκεκριμένη πανελλαδική εμπειρία. Εάν αυτή η συζήτηση δεν ανοιχτεί τώρα μαζικά, με όρους συγκρότησης αντιφασιστικού ρεύματος, ας περιμένουμε το επόμενο μίζερο κάλεσμα για κάποιο συντονισμό ή ας αφήσουμε όλη αυτή την ορμή να εκφυλιστεί σε εκδηλώσεις των οργανώσεων, όπου βέβαια η εμπειρία θα σφυρηλατηθεί ώστε να ταιριάξει με τις ιδιαίτερες αντιλήψεις της καθεμιάς.

Ο πλούτος των απόψεων δεν είναι πάντα δύναμη

Αυτό που συζητάμε ετούτη τη στιγμή δεν είναι φυσικά η προθυμία με την οποία κινητοποιήθηκαν αγωνιστές και αγωνίστριες απ’όλο το φάσμα της Αριστεράς. Αυτό είναι δοσμένο, το είδαμε να συμβαίνει και προφανώς είναι κάτι που μας ενώνει. Η αποτελεσματικότητα όμως του αγώνα, η δυνατότητα να κερδίσουμε μαζικά κομμάτια των καταπιεσμένων σ’αυτόν, δεν θα κριθεί μόνο στην καλή μας διάθεση, αλλά και στην πολιτική γραμμή. Άποψή μου: σε μια γραμμή που απέναντι στη φασιστική επίθεση θα στήσει τείχος που δεν θα έχει ούτε ένα από τα συστατικά του υπάρχοντος, είτε σε επίπεδο πολιτικών εκπροσώπων είτε σε επίπεδο ιδεολογίας.

Στις επόμενες γραμμές θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τα σημεία της διαφωνίας μου με κομμάτια των αντιλήψεων που αναπτύχθηκαν στον αντιφασιστικό κόσμο. Προφανώς, θα μείνω σε κείνα τα στοιχεία που είχαν τη δυνατότητα κάποιας συγκροτημένης παρέμβασης.

Ας τα πάρουμε ένα-ένα:

Καμία συμφιλίωση με τις εθνικιστικές κινητοποιήσεις.

Η κινητοποίηση της 29/11 δεν ήταν ούτε «δίκαιη», ούτε «καπελώθηκε από τους φασίστες, επειδή η αριστερά της γύρισε την πλάτη». Ήταν μια εθνικιστική κινητοποίηση στο δημόσια δηλωμένο περιεχόμενό της, δηλαδή την απαίτηση ακόμη μεγαλύτερου νταβατζιλικιού του ελληνικού κράτους στα Βαλκάνια, φασιστική στο περιεχόμενο που αναδύθηκε απ’αυτή (είπαμε και παραπάνω για τα συνθήματα που τελικά κυριάρχησαν), και φυσικά οργανωμένη από τα διάφορα φασιστικά δίκτυα (που δεν περιορίζονται στις φασιστικές ομάδες). Αντιλήψεις που εκφράστηκαν για μία ακόμη φορά στο εσωτερικό της Αριστεράς περί «έκφρασης της δίκαιης οργής του λαού», περί του «να μην χαρίσουμε την κινητοποίηση στους φασίστες» και δε συμμαζεύεται, είναι καλέσματα εθνικιστικής κατρακύλας και παράλυσης μπροστά στο φασισμό.

Το θέμα δεν ήταν η κατάληψη!

Δυο αντιδιαμετρικές, μα βασικά συγγενικές, απόψεις εκδηλώθηκαν μέσα στους αντιφασίστες και τις αντιφασίστριες, που αξίζει να σχολιαστούν. Η μία μάς δήλωνε πως οι καταλήψεις αυτές, συγκινώντας με το περιεχόμενό τους την «κοινή γνώμη», θα την αναγκάσουν να αποδεχτεί και τη μορφή τους. Με λίγα λόγια, ότι οι εθνικιστικές κινητοποιήσεις θα δώσουν γαλανόλευκα πιστοποιητικά νομιμότητας στη συγκεκριμένη μορφή πάλης. Η άλλη, αναδείκνυε ως κεντρικό ζήτημα την υπεράσπιση αυτής της μορφής πάλης: «να μην την οικειοποιηθούν οι φασίστες». Πρόκειται για απόψεις που δεν αντέχουν στο φως της ιστορικής εμπειρίας. Ούτε οι φασίστες είχαν ποτέ πρόβλημα να οικειοποιηθούν μορφές πάλης του κινήματος των καταπιεσμένων, ούτε η «κοινή γνώμη», η ανθρώπινη σκόνη, μπερδεύτηκε ποτέ εάν το περιεχόμενο ήταν «το σωστό». Ο τσακισμένος μικροαστός που κλαψουρίζει για τις πορείες στο κέντρο της πόλης μπορεί πολύ καλά να χειροκροτά ένα συλλαλητήριο «για τα εθνικά θέματα», ο «νοικοκύρης», που στο πέταγμα φυλλαδίων βλέπει με αηδία τη «βία», δεν διστάζει να αποθεώσει έναν εθνικιστή που ανοίγει πυρ στο έδαφος μιας γειτονικής χώρας. Ο ίδιος άνθρωπος που τη μία μέρα μπορεί να αγανακτήσει για την εκδίωξη ενός κυβερνητικού στελέχους από μια μαζική εκδήλωση, αύριο μπορεί να χειροκροτά την επίθεση φασιστοειδών σε μια διαμαρτυρία προσφύγων σε κάποια πλατεία. Ας αναρωτηθούμε: επηρέασαν, έστω και στο ελάχιστο, οι καταλήψεις σχολείων από γονείς εναντίον των προσφυγόπουλων το μέσο πάλης «κατάληψη»; Του έδωσαν ή του πήραν πόντους νομιμοποίησης; Σε τελική ανάλυση, αυτή είναι η αντίληψή μας για τη συγκρότηση της συνείδησης του κόσμου μας;

«Λεφτά για την παιδεία»;

Κοντά σ’αυτές τις προσεγγίσεις, όμως σε πραγματικά κυρίαρχο βαθμό, αναπτύχθηκε μια χοντροκομμένη «κλασσικά αριστερή» αντίληψη: εάν απευθυνθούμε στη νεολαία στη βάση των «πραγματικών» της προβλημάτων, τότε γκρεμίζεται η φασιστική επιρροή. Έτσι, αν ρίξουμε το σύνθημα «λεφτά για την παιδεία», αν μιλήσουμε για την υποχρηματοδότηση των σχολείων και την ανεργία που τσακίζει τη νεολαία, τότε ο εθνικιστικός λόγος αποδυναμώνεται. Βγαλμένη από κουτάκια εγχειριδίου αυτή η αντίληψη, βλέπει το «υλικό» αίτημα να διαμορφώνει αυτόματα ταξική συνείδηση. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο λάθος. Στο μυαλό του νεολαίου που φωνάζει «στα όπλα, να πάρουμε τα Σκόπια», ο δρόμος για μια αξιοπρεπή εκπαίδευση, για δουλειά, για ζωή, περνάει μέσα από τον εθνικό τσαμπουκά. Με τον ίδιο τρόπο, ένας -ας πούμε «εθνικά» ευαίσθητος- άνθρωπος θα μπορούσε να σκέφτεται «πώς μπορώ να μιλάω για σχολεία/νοσοκομεία την ώρα που μας παίρνουν τη Μακεδονία μας;». Αν λοιπόν, η φανταστική αυτή αντιπαράθεση «λεφτά για την παιδεία, όχι για εξοπλισμούς» μπορεί να λειτουργεί προπαγανδιστικά σε ομαλές περιόδους, χάνει τη δύναμή της σε περιόδους εθνικιστικής έξαρσης. Αν, λοιπόν, θέλουμε να χτυπήσουμε την ανάπτυξη του εθνικισμού είναι επιτακτικό να αποκαλυφθεί η ουσία του: με τι συντάσσεσαι; Με την επιθετικότητα της ελληνικής μπουρζουαζίας, με το ελληνικό κράτος ως τοπάρχη και μαντρόσκυλο του ΝΑΤΟ στην ευρύτερη περιοχή, με τους «άξονες» με τα καθεστώτα Αιγύπτου και Ισραήλ, με το θανατηφόρο ανταγωνισμό για τα πετρέλαια, με τα ιπτάμενα ραντάρ και τα βομβαρδιστικά που σαρώνουν ολόκληρη αυτή τη γειτονιά του πλανήτη και σηκώνονται από το «αιώνια αμυνόμενο» έδαφος της Ελλάδας, με τα τάγματα εφόδου, το παπαδαριό, τους ρατσιστές, μια αστυνομία που δολοφονεί εν ψυχρώ νεολαίους; Κανένας εθνικισμός δεν πρόκειται να ηττηθεί εάν δεν αποκαλύφθεί στη νεολαία το μεγάλο ψέμα ότι ο πόλεμος που της ετοιμάζουν θα είναι για το δίκιο, ότι η «δική της χώρα» είναι αμυνόμενη, ότι της ανήκουν δικαιωματικά όχι μόνο τα εδάφη που σήμερα απλώνεται μα και άλλα διπλά και τριπλά. Με λίγα λόγια, κανένας εθνικισμός δεν θα ηττηθεί αν δεν σπάσει η αποδοχή του πολιτικού προγράμματος της μπουρζουαζίας, πυρήνας του οποίου είναι η ιδέα του «έθνους».

Τα παιδιά δεν είναι «αθώα»

Αν κάτι πραγματικά εξαπλώθηκε μέσα στο αντιφασιστικό κίνημα των τελευταίων ημερών, αυτό είναι η παράλογη, μα συναισθηματικά βολική, ιδέα ότι ο φασισμός έρχεται στη νεολαία «εξωτερικά». Φυσικά, αν μ’αυτό εννοούμε ότι ο φασισμός είναι μια πρακτική που ιστορικά καλλιεργήθηκε από τα πάνω, τότε δεν θα διαφωνήσουμε ιδιαίτερα. Το πρόβλημα όμως είναι όταν αυτό επικεντρώνεται ειδικά στα παιδιά, αντανακλώντας -ας μου επιτραπεί- είτε την εικόνα της Καινής Διαθήκης για την αγνότητα των παιδιών, είτε τα διηγήματα ευαίσθητων αστών, την εποχή που η τάξη τους ανακάλυπτε την ιδέα της παιδικότητας. Ο φασισμός δεν έχει ηλικιακό «κόφτη», δεν υπάρχει τίποτα στην κατηγορία «νεολαία» που να είναι θωρακισμένο απέναντί του, το μικρόβιο της κοινωνικής μνησικακίας, απαραίτητο συστατικό της εξάπλωσης του φασισμού, μολύνει τη νεολαία όπως και τους μεγαλύτερους. Επίσης, είναι εξαιρετικά υποκριτικό να αποδεχόμαστε την πολιτική ωριμότητα των νέων σαν ριζοσπαστικοποιούνται ενάντια στο σύστημα, αλλά να την αρνούμαστε όταν το εκκρεμές κινείται προς τα δεξιά. Ακόμη περισσότερο, η δράση των κοινωνικών υποκειμένων που κάθε φορά συγκροτούνται έχει υποκειμενικές προθέσεις και αντικειμενικά αποτελέσματα, που είναι στοιχεία διακριτά. Μπορούμε να παρέμβουμε στον υποκειμενισμό τους προσπαθώντας να αναδείξουμε τα αναμενόμενα αντικειμενικά αποτελέσματα της δράσης τους, μα είναι πολιτικά ηλίθιο να τον αρνούμαστε. Έτσι, η παρέμβαση σε μια νεολαία που φωνάζει «να πάρουμε τη μικρασία» δεν μπορεί να είναι «είστε παραπλανημένοι». Η αντίληψη αυτή καταλήγει να μηρυκάζει και να ξερνά αντεστραμμένη την αστική θεωρία της «υποκίνησης». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εθνικιστική κινητοποίηση οργανώθηκε από τις δυνάμεις του φασισμού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το εθνικιστικό ρεύμα δεν υπάρχει σήμερα στη νεολαία, δεν σημαίνει ότι μπορεί ο οποιοσδήποτε να εισβάλλει στα σχολεία και να «υποκινήσει» ό,τι θέλει και όποτε θέλει. Η παραδοχή ότι σήμερα μεγαλώνει στη νεολαία, δηλαδή σε κείνα τα κορμιά που πρώτα θα λιώσουν στις μηχανές του πολέμου, η ιδεολογία που φέρνει τον πόλεμο, είναι όρος απαράβατος για μια αποτελεσματική παρέμβασή μας. Ας αφήσουμε την ηλικιακή μεταφυσική για κάτι αξιοθρήνητες αστικές κοινοτοπίες του στυλ «στα 20 επαναστάτης, στα 40 γιάπης».

ΜΕΡΟΣ Β’. Λίγα λόγια ειδικά για τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς.

Πρώτο

Στη διάρκεια αυτών των ημερών αναπτύχθηκε μια φλυαρία περί «εκπαιδευτικών που δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους». Ακούσαμε ότι οι εκπαιδευτικοί (άραγε ειδικά οι εκπαιδευτικοί;) έχουν καθίσει στα αυγά τους, ότι δεν μιλούν στα παιδιά, ότι η ανεπάρκειά τους δίνει έδαφος στην ανάπτυξη των φασιστικών αντιλήψεων. Τέτοιες αντιλήψεις, που αποκρύπτουν την ταξική και ιδεολογική διαπάλη στην Εκπαίδευση και τη μετατρέπουν σε φλυαρία περί «ποιότητας παρεχόμενης εκπαίδευσης» είναι το κατάλληλο χαλί (όχι κόκκινο!) στο οποίο βαδίζουν τα σχέδια του ΟΟΣΑ (και των ντόπιων υπηρετών του) για την Αξιολόγηση-Χειραγώγηση των εκπαιδευτικών, διαδικασία που θα βάλει οριστική ταφόπλακα στη δυνατότητα των εκπαιδευτικών να έχουν οποιαδήποτε ουσιαστική επικοινωνία με τα παιδιά. Η θεώρηση της Εκπαίδευσης ως εντοπισμένης στο Δάσκαλο και όχι στο Εκπαιδευτικό Σύστημα – κομμάτι του καπιταλιστικού συστήματος, είναι απλά βούτυρο στο ψωμί του τελευταίου. Τέλος, μια συλλογιστική που βλέπει την ανάπτυξη του φασισμού στα σχολεία ως πρόβλημα «σχολικό», είναι παιδαριώδης και καταδικασμένη από την αρχή. Μπορεί ο φασισμός να εκδηλώνεται στα σχολεία με τις πολλές ιδιαιτερότητες του χώρου αυτού, μα η ανάπτυξή του δεν οφείλεται σ’αυτές.

Δεύτερο

Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι όλοι/ες ίδιοι. Ο χώρος της Εκπαίδευσης είναι χώρος εξαιρετικά άγριας ιδεολογικής αντιπαράθεσης κι αυτό αντανακλάται και στη στάση των εργαζομένων σ’αυτή. Το ότι η Εκπαίδευση έχει μόνο «μορφωτικά» χαρακτηριστικά, ιδεολογικά και ταξικά ουδέτερα, είναι παραμύθι ταιριαστό για φλυαρίες, για τα σεμινάρια των συμβούλων και εκδηλώσεις του τύπου TED. Πώς μπορεί να απαιτεί κανείς από τους εκπαιδευτικούς γενικά την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής ιστορικής γνώσης, αναγκαστικά απέναντι στον εθνικισμό, όταν διαβάζει πχ στην ανακοίνωση της ΔΑΚΕ (της μεγαλύτερης σήμερα συνδικαλιστικής παράταξης στην Εκπαίδευση) λόγια που ταυτίζονται με τις προτιμήσεις του υπαρχηγού της ΧΑ, λόγια που κανακεύουν τον εθνικισμό; (ας σημειωθεί εδώ με την ευκαιρία ότι σε Α’βαθμια σωματεία των εκπαιδευτικών, αλλά και στις ομοσπονδίες, οι ΣυνΕΚ καλύπτουν την ακροδεξιά κατρακύλα της ΔΑΚΕ για χάρη της ιερής τους συμμαχίας. Αυτό εξηγεί εν μέρει το γιατί τα σωματεία είναι παραλυμένα απέναντι σε κραυγαλέες περιπτώσεις φασιστών εκπαιδευτικών).

Τρίτο

Δεν είναι η Εκπαίδευση αυτή που θα νικήσει το φασισμό. Η πρόταση αυτή δεν είναι άλλοθι αδράνειας και σιωπής για τους εργαζόμενους στην Εκπαίδευση, οι οποίοι οφείλουν να πάρουν σαφή θέση στον αντιφασιστικό αγώνα. Ο φασισμός, όμως, θα ηττηθεί συνολικά, θα ηττηθεί από μια άλλη κοινωνική κατάσταση και όχι από την υπεράσπιση της υπάρχουσας (η υπάρχουσα τον γεννά). Έτσι, το να αναθέτουμε σε ένα μηχανισμό του υπάρχοντος το καθήκον της ίδια του της ανατροπής είναι ή ηλιθιότητα ή πολιτική νωθρότητα. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι ο εκπαιδευτικός, ανεξάρτητα από την πολιτική του δράση, ως Δάσκαλος είναι ένας ρεφορμιστής, με τα όρια που αυτό συνεπάγεται. Αντιφασιστική δράση με τους όρους που το μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα την αντιλαμβάνεται δεν μπορεί να υπάρξει μέσα στην αίθουσα γιατί τότε ο εκπαιδευτικός θα αρνούνταν τον εαυτό του, θα αρνούνταν την ίδια τη φύση του καθημερινού παιδαγωγικού αγώνα μπροστά στο μαυροπίνακα.

Τέταρτο

Δεν έλειψαν εκείνες οι φωνές που εμπιστεύτηκαν μέρος του αντιφασιστικό αγώνα στους διοικητικούς μηχανισμούς του κράτους. Ακούσαμε ότι οι εθνικιστές εκπαιδευτικοί πρέπει να εντοπιστούν, να καταγγελθούν στις διευθύνσεις, ακόμη και να απολυθούν. Τι αφέλεια! Το τι θα πράξουν οι εργαζόμενοι στην Εκπαίδευση μέσα στα σωματεία τους, το πώς θα ανακόψουν και θα τσακίσουν τη φασιστική παρέμβαση σ’αυτά, το πώς θα αντιμετωπίσει το ίδιο το εργατικό κίνημα τη μολυσματική δράση εθνικιστών εκπαιδευτικών, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε θέμα της διοίκησης. Οι φωνές για διοικητικά μέτρα εναντίον εκπαιδευτικών ή μαθητών που εκφράζουν φιλοφασιστικές απόψεις (ή τις ανέχονται), είναι καταδικασμένες να πνιγούν σύντομα στα πραγματικά διοικητικά μέτρα που το κράτος θα πάρει εναντίον αυτών των ίδιων. Ας προσέχουμε τι ζητάμε και από ποιον.

ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ

Ο φασισμός δε νικιέται παρά μόνο στο όνομα μιας ολοκληρωτικά αντίπαλης πρότασης. Αυτή είναι που θα πυκνώσει τις αντιφασιστικές γραμμές, που θα χτίσει τη βεβαιότητα ότι στεκόμαστε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Δεν είμαι πολύ αισιόδοξος. Κλείνουν αυτές τις μέρες 10 ολόκληρα χρόνια από την τομή του Δεκέμβρη και, όπως και τότε έτσι και στα χρόνια που ακολούθησαν η Αριστερά έδειξε να μην μπορεί να καταλάβει τίποτα. Σε μια δεκαετία που ολόκληρος ο καπιταλιστικός κόσμος, από την οικονομία μέχρι την πολιτική εκπροσώπηση χρεοκόπησε, η Αριστερά δεν άνοιξε ούτε στο ελάχιστο το χώρο σε έναν άλλο δρόμο, σε μια συνολικά αντίπαλη πρόταση και πράξη. Η απαισιοδοξία μου λοιπόν δεν έχει να κάνει με την απουσία έντιμων αντιφασιστών (με την ευκαιρία, δεν μπορώ να μην χαιρετήσω του συντρόφους και τις συντρόφισσες μας των Αγωνιστικών Παρεμβάσεων – Συσπειρώσεων – Κινήσεων, που στάθηκαν στην πρώτη γραμμή της μάχης) μα με τη βεβαιότητα ότι η τύχη του αντιφασιστικού αγώνα είναι δεμένη με τη συγκρότηση μιας πραγματικά επαναστατικής αριστεράς. Δεν μπορώ να πω κάτι άλλο πάνω σ’αυτό, αλλά -με την εξαίρεση κάποιων θλιβερών ονειρώξεων αυτοαναφορικής ανάπτυξης ορισμένων οργανώσεων- δεν βλέπω και μεγάλη κινητικότητα προς το καθήκον αυτό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s